HellasTax
 
 
 


Κωδικοποιημένος μέχρι και την Π.Ν.Π. (ΦΕΚ Α’ 268 31-12-2011)


ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Νόμος υπ’ αριθμ. N. 4024 -Α’ 226 - 27/10/2011 

 

 

Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδουμε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 1

Ρύθμιση συνταξιοδοτικών θεμάτων Δημοσίου

 

1. Ο χρόνος της διαθεσιμότητας λόγω επικείμενης συνταξιοδότησης του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 33 λογίζεται συντάξιμος και προσμετράται στη λοιπή συντάξιμη υπηρεσία του υπαλλήλου. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας ο υπάλληλος εξακολουθεί να ασφαλίζεται για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη στους οικείους φορείς που ήταν ασφαλισμένος κατά το χρόνο που τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Οι αναλογούσες εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη, όπου αυτές προβλέπονται, βαρύνουν το Δημόσιο, υπολογίζονται επί των συντάξιμων αποδοχών, όπως αυτές ορίζονται στην περίπτωση α’ της παραγράφου 2 και αποδίδονται στους οικείους φορείς. Οι ανωτέρω συντάξιμες αποδοχές λαμβάνονται υπόψη και για τον υπολογισμό της σύνταξης του υπαλλήλου.

Ειδικά στις περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης και υπό την προϋπόθεση ότι ο απονέμων φορέας είναι το Δημόσιο, για τα πρόσωπα των διατάξεων της περίπτ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 33, το τμήμα σύνταξης του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 3232/2004 (A’ 48) καταβάλλεται ταυτόχρονα με αυτό του Δημοσίου, χωρίς την οριζόμενη από τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου των διατάξεων αυτών, μείωση. Ο συμμετέχων φορέας αποδίδει το αναλογούν ποσό στον απονέμοντα φορέα κατά το χρόνο συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, που ισχύουν κατά περίπτωση, με βάση τις οικείες διατάξεις της νομοθεσίας του.

(Τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου 1, τέθηκαν όπως προστέθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 3 της από 16-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 262) και ισχύουν από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι 16-12-2011, σύμφωνα με το άρθρο 8 της ιδίας Πράξης.)

2. α. Η σύνταξη των προσώπων που εντάσσονται στο μισθολόγιο του Δευτέρου Κεφαλαίου εξακολουθεί να υπολογίζεται με βάση τις συντάξιμες αποδοχές τους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά την προηγουμένη της έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 (Α’ 152).

β. Οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης έχουν εφαρμογή και για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα έχουν εξέλθει της υπηρεσίας από 1.7.2011 έως 31.10.2011.

γ. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου, οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη των προσώπων των προηγούμενων περιπτώσεων, υπολογίζονται επί των ανωτέρω συντάξιμων αποδοχών.

δ. Οι διατάξεις της περίπτωσης α’ έχουν εφαρμογή και για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα έχουν εξέλθει της Υπηρεσίας μέχρι την 30ή Ιουνίου 2011, μη εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 38 του ν. 3986/2011.

ε. Η οικογενειακή παροχή εξακολουθεί να χορηγείται στους συνταξιούχους του Δημοσίου γενικά, που έχουν εξέλθει από την υπηρεσία μέχρι την 31.10.2011 με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 3205/2003 (Α’ 297). Οικογενειακή παροχή που καταβάλλεται με τις συντάξεις του Δημοσίου γενικά, για όσους εξέλθουν της υπηρεσίας από 1.11.2011 και μετά, υπολογίζεται με τους όρους και τις προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 17 του παρόντος νόμου.

στ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2015.

ζ. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 3865/2010 (Α’ 120) αντί των λέξεων «από 1.1.2014» τίθενται οι λέξεις «από 1.1.2016».

3. Οι διατάξεις του πρώτου και δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 19 του ν. 2084/1992 (Α’ 165) αντικαθίστανται από 1.1.2011 ως εξής:

«7. Υπάλληλοι και λειτουργοί του Δημοσίου, καθώς και στρατιωτικοί που έχουν ασφαλισθεί, για κύρια σύνταξη, σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό πριν την 1.1.1993, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007, εφόσον συμπληρώνουν 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και αποχωρούν με αίτησή τους. Η σύνταξη όμως αυτή αρχίζει να καταβάλλεται μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους.»

4. Οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011 (Α’ 180) έχουν εφαρμογή και για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις των προεδρικών διαταγμάτων 167/2007 (Α’ 208) και 168/2007 (Α’ 209).

5. α. Οι διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου 66 του π.δ. 169/2007, που προστέθηκαν με την παρ. 13 του άρθρου 1 του ν.4002/2011 (Α’ 180) αντικαθίστανται, ως εξής:

«12. Δεν επιτρέπεται σε καμιά περίπτωση η ανάκληση πράξης με την οποία έχει αναγνωρισθεί συντάξιμος χρόνος με καταβολή συμπληρωματικής εισφοράς εξαγοράς ή εισφοράς εξαγοράς ούτε η έκδοση νέας πράξης με την οποία περιορίζεται χρόνος που έχει ήδη αναγνωρισθεί ως συντάξιμος με καταβολή συμπληρωματικής εισφοράς εξαγοράς ή εισφοράς εξαγοράς, μετά την παρέλευση της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 2β.

Κατ’ εξαίρεση, αναγνωριστική πράξη που έχει εκδοθεί μπορεί να ανακληθεί στο σύνολο της, μετά από αίτηση του υπαλλήλου οποτεδήποτε, εφόσον ο χρόνος που έχει αναγνωρισθεί με αυτήν μπορεί να χρησιμεύσει για την θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος στο Δημόσιο ή σε άλλον ασφαλιστικό φορέα.

Επίσης κατ’ εξαίρεση, και μετά από αίτηση του υπαλλήλου, είναι επιτρεπτή η έκδοση τροποποιητικής πράξης, με την οποία περιορίζεται ο χρόνος που έχει ήδη αναγνωρισθεί ως συντάξιμος με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 1405/1983 εφόσον το αρμόδιο συνταξιοδοτικό όργανο διαπιστώσει ότι σε αυτόν έχει συνυπολογισθεί και χρόνος που απετέλεσε απαραίτητο προσόν κατά την πρόσληψη του υπαλλήλου στη δημόσια υπηρεσία και η αναγνώρισή του ως συντάξιμου δεν απαιτούσε την καταβολή συμπληρωματικής εισφοράς εξαγοράς.

Αναγνωριστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 παράγραφος 2 και 20 παράγραφος 4 του ν.2084/1992 χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση του ενδιαφερομένου για καταβολή εισφοράς εξαγοράς για τον αναγνωριζόμενο χρόνο, ανακαλούνται στο σύνολο τους οποτεδήποτε, είτε μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου είτε οίκοθεν από το αρμόδιο συνταξιοδοτικό όργανο, όταν αυτό διαπιστώσει το μη σύννομο της έκδοσής τους.

Ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί από τον υπάλληλο για την αναγνώριση του χρόνου που αναφέρεται στις παραπάνω περιπτώσεις δεν επιστρέφονται μετά την παρέλευση πενταετίας από την έκδοση των πράξεων που ανακαλούνται ή τροποποιούνται.»

β. Η ισχύς των ανωτέρω διατάξεων αρχίζει από 1.1.2011.

γ. Αιτήσεις για ανάκληση αναγνωριστικών πράξεων ή για περιορισμό χρόνου που έχει ήδη αναγνωρισθεί, οι οποίες έχουν υποβληθεί και εκκρεμούν για εξέταση στις Διευθύνσεις Συντάξεων, καθώς και οι σχετικές πράξεις που έχουν ήδη εκδοθεί και εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο στις Διευθύνσεις Συντάξεων, τίθενται στο αρχείο, με εξαίρεση όσες αιτήσεις έχουν υποβληθεί εντός της προθεσμίας της παραγράφου 2β του άρθρου 66 του π.δ. 169/2007.

6. Η διάταξη της περίπτωσης β’ της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του π.δ. 169/2007 αντικαθίσταται ως εξής:

«β) στο προσωπικό εσωτερικής φύλαξης και εξωτερικής φρούρησης των γενικών, ειδικών και θεραπευτικών καταστημάτων κράτησης και των ιδρυμάτων αγωγής ανηλίκων,».

7. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του ν.3865/2010 (Α’ 120) αντικαθίσταται από της ισχύος του ως εξής:

«Οι ασφαλιστικές εισφορές για κύρια και επικουρική σύνταξη (εργοδότη και ασφαλισμένου) που έχουν καταβληθεί στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ΕΤΕΑΜ για το παραπάνω χρονικό διάστημα αποδίδονται στο Δημόσιο και τα Μετοχικά Ταμεία κατά περίπτωση, εντός εξαμήνου από την κοινοποίηση σε αυτά της σχετικής πράξης αναγνώρισης.»

8. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν. 3865/2010 αντικαθίστανται ως εξής:

«1. Πρόσωπο του οποίου λήγουν τα καθήκοντα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δικαιούται να μεταφέρει στον ελληνικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης που είχε υπαχθεί πριν την ανάληψη υπηρεσίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή που υπήχθη μετά τη λήξη των καθηκόντων του, το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο των δικαιωμάτων σύνταξης που είχε αποκτήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου που τυχόν είχε μεταφέρει στο συνταξιοδοτικό σύστημα αυτής. Σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δεν έχει ασφαλιστικό χρόνο σε ελληνικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης, το ανωτέρω ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο μεταφέρεται στο ασφαλιστικό καθεστώς του ΙΚΑ.»

9. Οι διατάξεις της υποπερίπτωσης i της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 6 του άρθρου 18 του ν. 3865/2010 αντικαθίστανται ως εξής:

«i. για ποσά αναλογιστικού ισοδύναμου που έχουν ήδη μεταφερθεί στο συνταξιοδοτικό σύστημα των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι την ημερομηνία ισχύος των διατάξεων του νόμου αυτού, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της σχετικής τραπεζικής εντολής, βάσει της οποίας πιστώθηκε ο αντίστοιχος τραπεζικός λογαριασμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

10.α. Από 1.11.2011 στους συνταξιούχους του Δημοσίου, οι οποίοι δεν έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας, μειώνεται κατά 40% το ποσό της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ. Η κατά τα ανωτέρω μείωση διακόπτεται από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνο κατά τον οποίο συμπληρώνεται το 55ο έτος της ηλικίας. Όσοι δεν εμπίπτουν στην ανωτέρω μείωση, μειώνεται κατά 20% το ποσό της μηνιαίας κύριας σύνταξής τους που υπερβαίνει τα 1.200 ευρώ.

β. Για τον προσδιορισμό του συνολικού ποσού της σύνταξης της προηγούμενης περίπτωσης, λαμβάνεται υπόψη το ποσό της μηνιαίας βασικής σύνταξης, καθώς και τα συγκαταβαλλόμενα με αυτή ποσά του επιδόματος εξομάλυνσης του άρθρου 1 του ν. 3670/2008 (Α’ 117) και της τυχόν προσωπικής και αμεταβίβαστης διαφοράς, αφαιρουμένου του ποσού της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του άρθρου 11 του ν.3865/2010, όπως ισχύει μετά την παρ. 13 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011 και της επιπλέον εισφοράς της περίπτωσης α’ του ίδιου άρθρου και νόμου.

γ. Εξαιρούνται της μείωσης που προβλέπεται στην περίπτωση α’ όσοι λαμβάνουν με τη σύνταξή τους επίδομα ανικανότητας του άρθρου 54 του π.δ. 169/2007 ή των άρθρων 100 έως και 104 του π.δ. 168/2007 (Α’ 209) ή συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις των νόμων 1897/1990 (Α’ 120) και 1977/1991 (Α’ 185), καθώς και οι συνταξιούχοι που έχουν ανάπηρο σύζυγο ή ανάπηρο τέκνο σε ποσοστό 80% και άνω. Ειδικά από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης α’, εξαιρούνται και οι στρατιωτικοί συνταξιούχοι που αποστρατεύτηκαν αυτεπάγγελτα από την Υπηρεσία, καθώς και όσοι εξ αυτών συνταξιοδοτήθηκαν με τη συμπλήρωση τουλάχιστον τριάντα πέντε (35) ετών συντάξιμης υπηρεσίας.

δ. Στις περιπτώσεις καταβολής στο ίδιο πρόσωπο δύο συντάξεων από το Δημόσιο, η κατά περίπτωση μείωση της παραγράφου α’ διενεργείται επί της κάθε σύνταξης χωριστά.

ε. Στις περιπτώσεις που στη σύνταξη συντρέχουν περισσότεροι του ενός δικαιούχοι, η μείωση του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης α’ της παραγράφου αυτής, θα διενεργηθεί επί του καταβαλλόμενου ποσού σύνταξης σε κάθε δικαιούχο χωριστά.

στ. Τα ποσά που προέρχονται από την κατά τα ανωτέρω μείωση των συντάξεων αποτελούν έσοδα του Δημοσίου.

ζ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τις χορηγίες που καταβάλλει το Δημόσιο.

11. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς, είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών Ταμείων του προσωπικού των Σιδηροδρομικών Δικτύων, που διέπονται από το καθεστώς του ν.δ. 3395/1955 (Α’ 276).

 

Άρθρο 2

Ρύθμιση θεμάτων ασφαλιστικών φορέων

1. Από 1.11.2011 στους συνταξιούχους του NAT και των φορέων κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι δεν έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας μειώνεται κατά 40% το ποσό της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ.

Η ανωτέρω μείωση καταλαμβάνει και το 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης, που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ, σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος.

Για την παραπάνω μείωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της κύριας σύνταξης που εναπομένει μετά την παρακράτηση από το συνολικό ποσό της μηνιαίας σύνταξης της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ.11 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α’ 152).

Η κατά τα ανωτέρω μείωση διακόπτεται από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον κατά τον οποίο συμπληρώνεται το 55ο έτος της ηλικίας.

Εξαιρούνται της ανωτέρω μείωσης οι συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας ή γήρατος που λαμβάνουν το εξωίδρυματικό επίδομα ή το επίδομα απολύτου αναπηρίας του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 (Α’ 68) και του άρθρου 30 του ν. 2084/1992 (Α’ 165) ή πρόκειται για θύματα τρομοκρατικών ενεργειών ή βίαιων συμβάντων, καθώς και οι ορφανικές οικογένειες αυτών ή είναι συνταξιούχοι του ν. 3185/2003 (Α’ 229) ή του άρθρου 5 του ν. 3232/2004 (Α’48), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ή της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του ν. 2227/1994 (Α’ 129), καθώς και όσοι έχουν συνταξιοδοτηθεί με το καθεστώς υπερβαρέων επαγγελμάτων, όσοι έχουν συνταξιοδοτηθεί με τριάντα πέντε (35) τουλάχιστον έτη πραγματικής ασφάλισης και συνταξιούχοι του NAT.

Τα ποσά που προέρχονται από την κατά τα ανωτέρω μείωση των συντάξεων αποτελούν έσοδα του οικείου φορέα στον οποίο ανήκει ο συνταξιούχος.

2. Από 1.11.2011 στους συνταξιούχους του NAT και των φορέων κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην μείωση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, μειώνεται κατά 20% το ποσό της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνει τα 1.200 ευρώ. Η ανωτέρω μείωση καταλαμβάνει και το 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης, που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος.

Για την παραπάνω μείωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της κύριας σύνταξης που εναπομένει μετά την παρακράτηση από το συνολικό ποσό της μηνιαίας σύνταξης της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ.11 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011.

Εξαιρούνται της ανωτέρω μείωσης οι συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας ή γήρατος που λαμβάνουν το εξωίδρυματικό επίδομα ή το επίδομα απολύτου αναπηρίας του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 και του άρθρου 30 του ν. 2084/ 1992 ή πρόκειται για θύματα τρομοκρατικών ενεργειών ή βίαιων συμβάντων, καθώς και οι ορφανικές οικογένειες αυτών, ή είναι συνταξιούχοι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 3232/2004 (Α’48), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ή της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του ν. 2227/1994 (Α’ 129).

Τα ποσά που προέρχονται από την κατά τα ανωτέρω μείωση των συντάξεων αποτελούν έσοδα του οικείου φορέα στον οποίο ανήκει ο συνταξιούχος.

3. Από 1.11.2011 και εφεξής, στους συνταξιούχους του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ), το τμήμα της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης, το οποίο, μετά την τυχόν παρακράτηση της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης της παραγράφου 13 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α’ 152), υπερβαίνει το ποσό των 150 ευρώ, μειώνεται κατά ποσοστό 30%. Το ποσό της σύνταξης μετά την ανωτέρω μείωση, δεν δύναται να υπολείπεται των 150 ευρώ.

4. Από 1.11.2011 και εφεξής, στους συνταξιούχους του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, των Τομέων «ΤΕΑΠ-ΟΤΕ», «ΤΕΑΠ-ΕΛΤΑ», «ΤΕΑΠ -ΕΤΒΑ» του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του ΤΑΥΤΕΚΩ και στους συνταξιούχους του ΕΤΑΤ που λαμβάνουν μόνο επικουρική σύνταξη, καθώς και στους συνταξιούχους του ΕΤΑΤ στο 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης, που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ, σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος, το ποσό της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης μειώνεται κατά ποσοστό 15% και για τους συνταξιούχους του Μ.Τ.Π.Υ. κατά ποσοστό 20%. Σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 13 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011, προηγείται η παρακράτηση της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης. Ειδικά για το Μ.Τ.Π.Υ., το τμήμα του μερίσματος που, μετά τις ανωτέρω παρακρατήσεις υπερβαίνει τα 500 ευρώ μηνιαίως, μειώνεται κατά 50%.

5. Τα εισπραττόμενα ποσά από τις αναφερόμενες στις προηγούμενες δύο παραγράφους μειώσεις αποτελούν πόρο των ανωτέρω φορέων  τομέων.

6. Η παράγραφος 5.α του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 αντικαθίσταται ως εξής:

«5.α. Στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, που εξήλθαν της Υπηρεσίας, από 1.1.2010 μέχρι και την 31.12.2010, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν τα Ταμεία αυτά, σύμφωνα με τις καταστατικές τους διατάξεις, μειώνεται κατά ποσοστό 15% και 25% αντίστοιχα σε όσους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος.

Στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, που εξήλθαν ή θα εξέλθουν της Υπηρεσίας, από 1.1.2011 και μετά, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν τα Ταμεία αυτά, σύμφωνα με τις καταστατικές τους διατάξεις, μειώνεται κατά ποσοστό 20% και 30% αντίστοιχα σε όσους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος.

Στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας του ΤΑΥΤΕΚΩ που εξήλθαν ή θα εξέλθουν της Υπηρεσίας από 1.8.2011 και μετά το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγεί το Ταμείο αυτό, σύμφωνα με τις καταστατικές του διατάξεις, μειώνεται κατά ποσοστό 30% σε όσους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος.»

7. Η παράγραφος 12 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 αντικαθίσταται από την έναρξη ισχύος της ως εξής:

«12. α) Από 1.8.2011, οι διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 εφαρμόζονται στο 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης, που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ, σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος. Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 3863/2010 (Α’ 115).

β) Η παράγραφος 13 καταλαμβάνει από 1.9.2011 και το 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης, που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος.»

8. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Η προβλεπόμενη εισφορά των ασφαλισμένων του ΕΤΑΑ αποδίδεται στον ΟΑΕΔ έως 31.12.2011 ανεξαρτήτως εάν αυτά τα ποσά έχουν εισπραχθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή από το φορέα.»

9. Στο τέλος του άρθρου 38 του ν. 3863/2010 προστίθεται παράγραφος 8, ως εξής:

«8. Από το Λογαριασμό της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων που τηρείται στο Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ) δύνανται να μεταφέρονται ποσά μέχρι του ύψους των τριάντα πέντε εκατομμυρίων ευρώ ετησίως για τη χρηματοδότηση και υλοποίηση προγραμμάτων «Βοήθεια στο Σπίτι». Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται κάθε φορά το ύψος του ποσού χρηματοδότησης, το πρόγραμμα που θα υλοποιηθεί, οι αποδέκτες και κάθε άλλο θέμα σχετικά με τη διαδικασία μεταφοράς του ποσού.»

10. Στην περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν. 3863/2010 (Α’ 115) η ημερομηνία «1.1.2014» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «1.1.2016».

11. Στο τέλος του τρίτου εδαφίου της περίπτωσης β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του ν.3986/2011 (Α’ 152) προστίθενται οι λέξεις «, ενώ για το προσωπικό που είναι ασφαλισμένο στα Μετοχικά Ταμεία των Ενόπλων Δυνάμεων, η εισφορά αυτή αποδίδεται υπέρ των εν λόγω Ταμείων.»

12. α) Η παράγραφος 3 του άρθρου 1 του ν. 3607/2007 (Α’ 245) τροποποιείται ως ακολούθως:

«3. Η εποπτεία και ο έλεγχος της εταιρίας ασκείται από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.»

β) Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν. 3607/2007 τροποποιείται ως ακολούθως:

«1. Το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρίας μεταβιβάζεται από το Ελληνικό Δημόσιο στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, το οποίο για την άσκηση των μετοχικών του δικαιωμάτων εκπροσωπείται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Οι μετοχές της Εταιρίας είναι προσωπικές και αμεταβίβαστες. Η ανωτέρω μεταβίβαση του μετοχικού κεφαλαίου απαλλάσσεται από πάσης φύσεως φόρους, τέλη ή εισφορές υπέρ τρίτων.»

γ) Η παράγραφος 2 του άρθρου 3 του ν. 3607/2007 τροποποιείται ως ακολούθως:

«2. Σε περίπτωση αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, το νέο κεφάλαιο αναλαμβάνεται: α) από το Μοναδικό μέτοχο ή β) από το Ελληνικό Δημόσιο ή γ) από έτερους φορείς κοινωνικής ασφάλισης που λειτουργούν ως Ν.Π.Δ.Δ. και υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης σε ποσοστό που δεν μπορεί να υπερβαίνει το σαράντα τοις εκατό (40%) του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου. Οι όροι και οι προϋποθέσεις καθορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.»

δ) Η παράγραφος 1 του άρθρου 6 του άρθρου πέμπτου του ν. 3607/2007 «Καταστατικό της Η.ΔΙ.ΚΑ. Α.Ε.» τροποποιείται ως ακολούθως:

«1. Το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας ορίζεται στο ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ και διαιρείται σε εξήντα χιλιάδες (60.000) ονομαστικές, αμεταβίβαστες μετοχές, ονομαστικής αξίας πενήντα (50) ευρώ η καθεμία. Το μετοχικό κεφάλαιο μεταβιβάζεται εξ ολοκλήρου από το Ελληνικό Δημόσιο στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, το οποίο για την άσκηση των μετοχικών του δικαιωμάτων εκπροσωπείται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.»

ε) Η παράγραφος 4 του άρθρου 9 του άρθρου πέμπτου του ν. 3607/2007 «Καταστατικό της Η.ΔΙ.ΚΑ. Α.Ε.» τροποποιείται ως ακολούθως:

«4. Επικυρωμένο αντίγραφο των πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης υποβάλλεται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.»

στ) Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 11 του άρθρου πέμπτου του ν. 3607/2007 «Καταστατικό της Η.ΔΙ.ΚΑ. Α.Ε.» τροποποιούνται ως ακολούθως:

«1. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείται από πέντε (5) μέλη ως ακολούθως: τον Πρόεδρο, τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, έναν (1) εκπρόσωπο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, έναν (1) ειδικό επιστήμονα, έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

2. Ο Πρόεδρος, ο Διευθύνων Σύμβουλος και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζονται και παύονται αζημίως για το Δημόσιο και την Εταιρεία με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μετά από εισήγηση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.»

ζ) Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις με τις οποίες, κατόπιν αιτήσεως του, το υπηρετούν κατά τη ψήφιση του νόμου προσωπικό της Εταιρείας δύναται να μετατάσσεται στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

 

Άρθρο 3

Θέματα Μ.Τ.Π.Υ.

1. α. Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων (Μ.Τ.Π.Υ.) υπάγεται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

β. Όπου στο π.δ. 422/1981 (Α’ 114) προβλέπεται αρμοδιότητα του Υπουργού Οικονομικών για έκδοση ατομικής διοικητικής πράξης ή κανονιστικής απόφασης ή για πρόταση προεδρικού διατάγματος, η αρμοδιότητα αυτή ασκείται εφεξής από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

γ. Η παράγραφος 2 του άρθρου 10 του π.δ. 422/1981 καταργείται.

δ. Η περίπτωση β’ της παρ. 1 του άρθρου 3 του π.δ. 422/1981 αντικαθίσταται ως εξής:

«β) Ενός υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με Βαθμό Α».

2. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 39 του π.δ. 422/1981 (Α’ 114) αντικαθίστανται ως εξής:

«3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης δύναται να κανονίζεται η πληρωμή των μερισμάτων κατά μήνα και να καθορίζονται ο χρόνος, ο τρόπος, η διαδικασία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια πληρωμής των μερισμάτων.»

3. Το άρθρο 49 του π.δ.422/1981, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 παρ. 1 του Κεφαλαίου Γ’ του ν. 3336/2005 «Εναρμόνιση της Ελληνικής Νομοθεσίας προς την Οδηγία 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2003 περί επιβολής Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και άλλες διατάξεις» (Α’ 96), όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 8 του ν. 3517/2006 (Α’ 271), αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 49

Νέος τρόπος υπολογισμού μερίσματος του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων

1. Το μηνιαίο μέρισμα (Μ) των μετόχων του Μ.Τ.Π.Υ. είναι ίσο με το άθροισμα:

α) του 20% του βασικού μισθού με το επίδομα χρόνου υπηρεσίας επί τα έτη συμμετοχής στην ασφάλιση του Ταμείου, δια 35, επί τον συντελεστή προσαρμογής (Σ) 0,8075 (α’ υπομέρισμα) και

β) του 20% των «τυχόν άλλων αποδοχών» επί τα έτη συμμετοχής εκάστων στην ασφάλιση του Ταμείου, δια 35, επί το συντελεστή προσαρμογής (Σ) 0,8075 (β’ υπομέρισμα).

2. Απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να ληφθούν υπόψη για τον κανονισμό του μερίσματος, ο βασικός μισθός, το επίδομα χρόνου υπηρεσίας και οι τυχόν άλλες αποδοχές, είναι να έχουν υποβληθεί οι αποδοχές αυτές στη προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 περίπτωση α’ του π.δ. 422/1981, όπως εκάστοτε ισχύει, κράτηση υπέρ του Μ.Τ.Π.Υ.. Ουδεμία μισθολογική απολαβή ή τμήμα της δεν λαμβάνεται υπόψη για το κανονισμό, εάν δεν έχει υποβληθεί στην κράτηση που προαναφέρεται.

3. Ως βασικός μισθός για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται ο βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου ή βαθμού που έφερε ο υπάλληλος κατά την έξοδο του από την υπηρεσία μαζί με το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, τα οποία υπολογιζόμενα σύμφωνα με την παράγραφο 1 δίνουν ποσό α’ υπομερίσματος.

4. Ως «τυχόν άλλες αποδοχές» νοούνται τα επιδόματα και οι αποζημιώσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 9 παρ. 2 του π.δ. 169/2007 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (Α’ 210), αναλόγως των ετών κατά τα οποία διενεργήθηκε επ’ αυτών, η προβλεπόμενη από το άρθρο 26 παρ. 1 περίπτωση α’ του π.δ. 422/1981, όπως εκάστοτε ισχύει, κράτηση υπέρ του Μ.Τ.Π.Υ. και οι οποίες υπολογιζόμενες σύμφωνα με την παράγραφο 1 δίνουν ποσό β’ υπομερίσματος.

5. Το άθροισμα των ποσών των υπομερισμάτων της παραγράφου 1, όπως αναλύονται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου, αποτελεί το συνολικό ποσό του δικαιούμενου μερίσματος, σύμφωνα με τους ακόλουθους μαθηματικούς τύπους, οι οποίοι βέβαια μπορεί να αναπτυχθούν σε περισσότερους ανάλογα με τα κατά περίπτωση επιδόματα αποζημιώσεις:

α) α’ υπομέρισμα =

20% * (ΒΜ + επίδομα χρόνου υπηρεσίας) * [ Έτη/35] * Σ 

β) β’ υπομέρισμα =

20% * («τυχόν άλλες αποδοχές») * [Έτη/35] * Σ Μηνιαίο μέρισμα (Μ) = (α’ υπομέρισμα+β’ υπομέρισμα).

6. Εάν κατά την τελευταία διετία συμμετοχής επήλθε για οποιονδήποτε λόγο προσωπική μισθολογική προς τα άνω μεταβολή, υποχρεούται ο μέτοχος να συμπληρώσει τις υπέρ Μ.Τ.Π.Υ. κρατήσεις για ολόκληρη τη διετία αυτή, βάσει των αποδοχών της τελευταίας ημέρας συμμετοχής του.

7. Ο συντελεστής προσαρμογής της παραγράφου 1, καθώς και το κατώτατο όριο μηνιαίου μερίσματος μπορεί να μεταβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Μ.Τ.Π.Υ..»

4. Αιτήσεις μετόχων των οποίων ο χρόνος συμμετοχής τους στην ασφάλιση του Μ.Τ.Π.Υ. λήγει την προηγούμενη της ημερομηνίας δημοσίευσης του παρόντος εξετάζονται με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΣΥΣΤΗΜΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΡΟΑΓΩΓΩΝ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α’ ΚΑΙ Β’ ΒΑΘΜΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 4

Πεδίο Εφαρμογής

1. Στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ):

α) του Δημοσίου,

β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού,

γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α). Επίσης υπάγονται:

α) οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης,

β) οι υπάλληλοι της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Έμμισθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας,

γ) οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί,

δ) οι υπάλληλοι της Βουλής, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κανονισμό της, και της Προεδρίας της Δημοκρατίας με την επιφύλαξη των οριζομένων στο π.δ. 351/1991 (Α’ 121), όπως ισχύει,

ε) οι διοικητικοί υπάλληλοι των Ανεξάρτητων Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων,

στ) οι υπάλληλοι των Περιφερειακών Ενώσεων Δήμων (Π.Ε.Δ.), της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Ε.) και της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος (ΕΝ.Π.Ε.),

ζ) οι υπάλληλοι και, με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, οι θρησκευτικοί λειτουργοί των νομικών προσώπων της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, των εξομοιούμενων προς αυτά κατά την παράγραφο 3, του άρθρου 63, του ν.3801/2009 (Α’ 163) των λοιπών εκκλησιών, δογμάτων και κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος γνωστών θρησκειών, που επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό.

2. Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β’ του ν. 3205/2003 (Α’ 297) εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17.

 

Άρθρο 5

Θέματα Κινητικότητας των Υπαλλήλων του Κράτους

1. Οι υπάλληλοι, μόνιμοι και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπηρετούν σε υπηρεσίες της κεντρικής ή αποκεντρωμένης διοίκησης, διοικούνται, όσον αφορά τα θέματα κινητικότητας μεταξύ υπηρεσιών διαφορετικών υπουργείων ή αποκεντρωμένων διοικήσεων, από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και τον οικείο, κατά περίπτωση, Υπουργό.

2. Οι υπάλληλοι αυτοί μπορούν να μετακινούνται στις υπηρεσίες των υπουργείων και των αποκεντρωμένων διοικήσεων, με κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και των οικείων κατά περίπτωση Υπουργών των υπηρεσιών προέλευσης και υποδοχής των υπαλλήλων, για συγκεκριμένο χρόνο που ορίζεται με την απόφαση αυτή, λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων υπηρεσιακών αναγκών και της κατηγορίας, κλάδου και ειδικότητας των υπαλλήλων που μετακινούνται.

3. Η εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου γίνεται κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα προσωπικού, κάθε δύο έτη, από τριμελές Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται με απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, από Αντιπρόεδρο ή Πρόεδρο Τμήματος του ΑΣΕΠ, ο οποίος προεδρεύει και δύο υπαλλήλους, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων των Υπουργείων Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών. Με κοινή απόφαση των προαναφερόμενων Υπουργών ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που αφορούν στη συγκρότηση και λειτουργία του εν λόγω Συμβουλίου, στη διαδικασία της μετακίνησης λαμβανομένου υπόψη και του συμφέροντος του υπαλλήλου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

 

Άρθρο 6

Σύστημα Βαθμολογικής Κατάταξης

1. Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης  Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ)  κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως εξής:

Βαθμός Α

Βαθμός Β

Βαθμός Γ

Βαθμός Δ

Βαθμός Ε

Βαθμός ΣΤ.

2. Οι θέσεις προσωπικού της κατηγορίας Ειδικών Θέσεων (ΕΘ) κατατάσσονται στους βαθμούς 1ο και 2ο και αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.

3. Εισαγωγικός βαθμός για όλες τις κατηγορίες εκπαίδευσης προσωπικού είναι ο Βαθμός ΣΤ με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου και καταληκτικός, ο Βαθμός Α για την ΠΕ και ΤΕ κατηγορία, ο Βαθμός Β για τη ΔΕ κατηγορία και ο Βαθμός Γ για την ΥΕ κατηγορία.

4. Οι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος συναφούς με τα αντικείμενα, στα οποία είναι δυνατόν, κατά τις οργανικές διατάξεις της υπηρεσίας τους, να απασχοληθούν, κατατάσσονται, ως δόκιμοι στο Βαθμό Δ.

Οι κάτοχοι αναγνωρισμένου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας, συναφούς με τα αντικείμενα, στα οποία είναι δυνατόν, κατά τις οργανικές διατάξεις της υπηρεσίας τους, να απασχοληθούν, κατατάσσονται, ως δόκιμοι στο Βαθμό Ε.

Οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Τοπικής Αυτοδιοίκησης, κατατάσσονται, ως μόνιμοι, στο Βαθμό Δ. Ο χρόνος φοίτησης στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΣΔΔΑ), με την αποφοίτησή τους, θεωρείται ως χρόνος επιτυχούς δοκιμαστικής υπηρεσίας.

Οι υπάλληλοι που έχουν πριν το διορισμό ή την πρόσληψή τους αποδεδειγμένη προϋπηρεσία στο δημόσιο τομέα των κρατών  μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έχει διανυθεί με τα ίδια ή αντίστοιχα τυπικά προσόντα της κατηγορίας στην οποία ανήκουν κατά το χρόνο της ένταξης, μπορούν να την αναγνωρίσουν για τη βαθμολογική και μισθολογική τους ένταξη, μετά τη μονιμοποίησή τους ή τη συνέχιση της απασχόλησής τους, μέχρι επτά (7) έτη κατ’ ανώτατο όριο, ύστερα από ουσιαστική κρίση του υπηρεσιακού συμβουλίου.

Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία που έχει διανυθεί στο Δημόσιο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε Ο.Τ.Α., με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία που, με βάση ειδικές διατάξεις, αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία για βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, μπορεί να προβλέπεται η αναγνώριση για βαθμολογική και μισθολογική ένταξη και της προϋπηρεσίας στον ιδιωτικό τομέα των κρατών  μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι επτά (7) έτη, κατ’ ανώτατο όριο και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο εδάφιο πέμπτο της παρούσας παραγράφου. Με το ίδιο διάταγμα ρυθμίζεται ο τρόπος και οι προϋποθέσεις αναγνώρισης αντίστοιχης προϋπηρεσίας και για τους υπηρετούντες, κατά την έναρξη ισχύος του διατάγματος, υπαλλήλους και ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου.

Σωρευτικά η αναγνώριση προϋπηρεσίας από το δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, καθώς και από θέσεις αιρετών ή μετακλητών δημοσίων υπαλλήλων, δεν δύναται να ξεπερνά τα επτά (7) έτη.

Ο χρόνος που διανύθηκε σε αιρετή ή μετακλητή θέση μετά το διορισμό του δημοσίου υπαλλήλου εφόσον αναγνωρίζεται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, λογίζεται ότι διανύθηκε σε θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης.

Στην περίπτωση που συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο περισσότερες από μία από τις παραπάνω ρυθμίσεις, εφαρμόζεται η ευνοϊκότερη ρύθμιση, καθώς και η μισή χρονική ρύθμιση της επόμενης ευνοϊκότερης ρύθμισης.

5. Οι υπάλληλοι όλων των κατηγοριών διανύουν δοκιμαστική περίοδο δύο ετών, στο βαθμό που εισάγονται.

Μετά το πέρας της δοκιμαστικής αυτής περιόδου, ο υπάλληλος μονιμοποιείται ή συνεχίζει να απασχολείται εφόσον πρόκειται για προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εφόσον:

α) στην έκθεση αξιολόγησής του εξασφαλίζει, με βάση τη βαθμολόγηση της απόδοσής του και της υλοποίησης της στοχοθεσίας, καθώς και τη βαθμολόγηση των λοιπών κριτηρίων αξιολόγησης στο σύστημα αξιολόγησης όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου, βαθμολογία μεγαλύτερη της βάσης και

β) κριθεί από το οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο επιτυχής η δοκιμαστική του υπηρεσία.

Εφόσον ο δόκιμος υπάλληλος μονιμοποιηθεί, προάγεται στο Βαθμό Ε, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.

6. Σε περίπτωση που το υπηρεσιακό συμβούλιο κρίνει τον υπάλληλο μη ικανό να μονιμοποιηθεί ή να συνεχίσει την απασχόλησή του, ο υπάλληλος απολύεται. Το υπηρεσιακό συμβούλιο μπορεί, κατά περίπτωση, να αποφασίσει, άπαξ, την παράταση της δοκιμαστικής υπηρεσίας του υπαλλήλου από έξι (6) μέχρι δώδεκα (12) μήνες, εφόσον, με βάση την έκθεση αξιολόγησης και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου του, δεν προκύπτει σαφώς η καταλληλότητα του κρινομένου προκειμένου να μονιμοποιηθεί ή να συνεχίσει να απασχολείται. Σε αυτή την περίπτωση, μετά τη λήξη της παράτασης της δοκιμαστικής υπηρεσίας, ο υπάλληλος επαναξιολογείται. Το υπηρεσιακό συμβούλιο, κατά την επανάκριση, καλεί σε συνέντευξη τον υπάλληλο. Για την περίοδο αυτή ο υπάλληλος δεν εξελίσσεται μισθολογικά.

 

Άρθρο 7

Σύστημα Βαθμολογικής Εξέλιξης

1. Για την προαγωγή από βαθμό σε βαθμό, που διενεργείται από το οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο μία φορά το χρόνο, λαμβάνεται υπόψη:

α) η αξιολόγηση του υπαλλήλου στο πλαίσιο του συστήματος αξιολόγησης και συγκεκριμένα:

αα) η απόδοσή του που μετράται με βάση το βαθμό επιτυχούς ή μη υλοποίησης της στοχοθεσίας και

ββ) οι διοικητικές ικανότητές του και η συμπεριφορά στην υπηρεσία,

β) το ανώτατο ποσοστό, επί τοις εκατό, προαγωγής στον επόμενο βαθμό, των κρινόμενων υπαλλήλων, όπως ορίζεται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου και

γ) ο προβλεπόμενος ελάχιστος χρόνος παραμονής στο βαθμό, όπως ορίζεται ειδικότερα στη παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου.

Ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπάλληλος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 12, δεν εξελίσσεται μισθολογικά δεν συνυπολογίζεται για τον υπολογισμό του ελάχιστου χρόνου παραμονής στο βαθμό.

2. Για την προαγωγή από βαθμό σε βαθμό, η απόδοση του κρινόμενου υπαλλήλου λαμβάνεται υπόψη σε ποσοστό 70% τουλάχιστον επί του συνόλου, που αφορά στα λοιπά κριτήρια αξιολόγησης των ουσιαστικών και άλλων προσόντων, όπως ορίζονται ειδικότερα από το σύστημα αξιολόγησης. Προκειμένου για την προαγωγή από το Βαθμό Β στο Βαθμό Α το ποσοστό αυτό είναι 80% τουλάχιστον.

3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, η ικανότητα, η απόδοση ιδίως σε σχέση με τους προβλεπόμενους στόχους, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο μονάδας και η συμπεριφορά του υπαλλήλου στην υπηρεσία, αποτελούν αντικείμενο περιοδικής εκθέσεως αξιολόγησης, που συντάσσεται κάθε χρόνο.

4. Με το προεδρικό διάταγμα, που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου:

α) καθορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται αξιολόγηση, ο χρόνος έναρξης και λήξης της αξιολόγησης, τα όργανα, η διαδικασία και ο τύπος αξιολόγησης, καθώς και η βαρύτητα των επί μέρους κριτηρίων για την προαγωγική εξέλιξη, για την επιλογή του υπαλλήλου σε θέσεις προϊσταμένων οργανικών μονάδων οποιουδήποτε επιπέδου, για την αξιολόγηση της θητείας των προϊσταμένων στις θέσεις ευθύνης, καθώς και η συμμετοχή του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης (ΕΚΔΔΑ) στη διαδικασία της αξιολόγησης,

β) προβλέπεται η διαδικασία συγκρότησης των Συμβουλίων Αξιολόγησης κατά φορέα, που διασφαλίζουν την ορθή εφαρμογή του συστήματος αξιολόγησης και έχουν δυνατότητα επανεξέτασης της αξιολόγησης ή αναπομπής της στα όργανα αξιολόγησης των προηγούμενων επιπέδων,

γ) μπορεί να παρέχεται η δυνατότητα και να καθορίζονται οι προϋποθέσεις άσκησης προσφυγής του ενδιαφερόμενου ενώπιον του οικείου Συμβουλίου Αξιολόγησης και

δ) μπορεί να προβλέπονται τα όργανα και οι διαδικασίες διασφάλισης της ορθής εφαρμογής του συστήματος αξιολόγησης και ελέγχου της ορθής και ομοιόμορφης εφαρμογής του σε όλες τις υπηρεσίες και φορείς στους οποίους αυτό εφαρμόζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του παρόντος νόμου.

5. Υφιστάμενα ειδικά συστήματα αξιολόγησης και συστήματα επιλογής προϊσταμένων για τις κατηγορίες προσωπικού, όπως υπάλληλοι του διπλωματικού κλάδου και οι εξομοιούμενοι με αυτόν μισθολογικά ή βαθμολογικά κλάδοι του Υπουργείου Εξωτερικών, περιλαμβανομένου και του κλάδου Συμβούλων και Γραμματέων Επικοινωνίας της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, των εκπαιδευτικών, των δικαστικών υπαλλήλων, των κληρικών, των ιατρών υπηρεσίας υπαίθρου και των μόνιμων αγροτικών ιατρών, μπορούν να διατηρούνται σε ισχύ με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται μετά από πρόταση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής, οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται και στις κατηγορίες προσωπικού της παρούσας παραγράφου.

6. Οι προαγωγές από βαθμό σε βαθμό, για όλες τις κατηγορίες προσωπικού, γίνονται με βάση ποσόστωση επί των κάθε φορά κρινομένων, ως εξής:

- Από τον Εισαγωγικό Βαθμό ΣΤ στο Βαθμό Ε: μέχρι και 100% των κρινόμενων υπαλλήλων.

- Από το Βαθμό Ε στο Βαθμό Δ: μέχρι και 90% των κρινόμενων υπαλλήλων.

- Από το Βαθμό Δ στο Βαθμό Γ: μέχρι και 80% των κρινόμενων υπαλλήλων.

- Από το Βαθμό Γ στο Βαθμό Β: μέχρι και 70% των κρινόμενων υπαλλήλων.

- Από το Βαθμό Β στο Βαθμό Α: μέχρι και 30% των κρινόμενων υπαλλήλων.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, η οποία εκδίδεται μετά από εκτίμηση τόσο των υπηρεσιακών αναγκών όσο και των δημοσιονομικών δυνατοτήτων τουλάχιστον ανά διετία, τα προαναφερόμενα ποσοστά μπορούν να καθορίζονται χαμηλότερα. Στις περιπτώσεις που ο υπάλληλος τύχει αρνητικής κρίσης για προαγωγή, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 έως 5 του παρόντος άρθρου, χάνει το δικαίωμα συμμετοχής στην κρίση για προαγωγή για τα επόμενα δύο (2) έτη. Επίσης χάνει το δικαίωμα προαγωγής και στην περίπτωση που δεν εξελίσσεται μισθολογικά, σύμφωνα με το εδάφιο δεύτερο του στοιχείου γ’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

7. Ο ελάχιστος χρόνος που απαιτείται για την προαγωγή από βαθμό σε βαθμό, είναι:

α) Για τους υπαλλήλους των κατηγοριών ΠΕ και ΤΕ: 

Από το Βαθμό ΣΤ στο Βαθμό Ε, δύο (2) έτη 

Από το Βαθμό Ε στο Βαθμό Δ, τέσσερα (4) έτη 

Από το Βαθμό Δ στο Βαθμό Γ, τέσσερα (4) έτη 

Από το Βαθμό Γ στο Βαθμό Β, τέσσερα (4) έτη 

Από το Βαθμό Β στο Βαθμό Α (καταληκτικός βαθμός): 

αα) για τους υπαλλήλους της κατηγορίας ΠΕ, έξι (6) έτη και

ββ) για τους υπαλλήλους της κατηγορίας ΠΕ, οκτώ (8) έτη.

β) Για τους υπαλλήλους της κατηγορίας ΔΕ: 

Από το Βαθμό ΣΤ στο Βαθμό Ε, δύο (2) έτη 

Από το Βαθμό Ε στο Βαθμό Δ, έξι (6) έτη 

Από το Βαθμό Δ στο Βαθμό Γ, έξι (6) έτη 

Από το Βαθμό Γ στο Βαθμό Β (καταληκτικός βαθμός), οκτώ (8) έτη. 

γ) Για τους υπαλλήλους της κατηγορίας ΥΕ: 

Από το Βαθμό ΣΤ στο Βαθμό Ε, δύο (2) έτη 

Από το Βαθμό Ε στο Βαθμό Δ, δέκα (10) έτη 

Από το Βαθμό Δ στο Βαθμό Γ (καταληκτικός βαθμός), δέκα (10) έτη.

 

Άρθρο 8

Διαδικασία προαγωγής-πίνακες προακτέων

1. Οι προαγωγές γίνονται ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Για την προαγωγή υπαλλήλων στον αμέσως επόμενο βαθμό, είναι απαραίτητη η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 7 του παρόντος νόμου.

2. Το υπηρεσιακό συμβούλιο το Μάιο κάθε έτους καταρτίζει πίνακα προακτέων κατά βαθμό, κλάδο και ειδικότητα, καθώς και πίνακες μη προακτέων. Για την εγγραφή στους πίνακες αυτούς κρίνονται οι υπάλληλοι που πληρούν ως τις 31 Μαΐου του επόμενου έτους τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Η εγγραφή γίνεται κατά φθίνουσα σειρά με βάση το μέσο όρο της τελικής βαθμολογίας των εκθέσεων αξιολόγησης του υπαλλήλου που συντάχθηκαν στο βαθμό που κατέχει ο υπάλληλος. Η ισχύς των πινάκων αρχίζει την 1η Ιουνίου του έτους κατάρτισής τους, ανεξάρτητα από την ημερομηνία οριστικοποίησής τους.

3. Η προαγωγή των υπαλλήλων που περιλαμβάνονται στους πίνακες προακτέων γίνεται λαμβάνοντας υπόψη τα ποσοστά που προβλέπονται στην παρ. 6 του άρθρου 7 του παρόντος Κεφαλαίου. Τυχόν δεκαδικός αριθμός στρογγυλοποιείται στην επόμενη ακέραιη μονάδα, εφόσον το κλάσμα είναι ίσο τουλάχιστον με μισό της μονάδας. Η προαγωγή θωρείται ότι συντελείται από την ημέρα που συμπληρώνει ο υπάλληλος τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να προαχθεί στον επόμενο βαθμό, ποτέ όμως πριν την έναρξη ισχύος του οικείου πίνακα προακτέων. Οι υπάλληλοι που συμπεριλαμβάνονται στους πίνακες προακτέων, αλλά δεν προάγονται μετά την κρίση του υπηρεσιακού συμβουλίου, κρίνονται εκ νέου για προαγωγή το επόμενο έτος, με την επιφύλαξη των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 7.

4. Στους πίνακες μη προακτέων περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι που κρίνονται ως μη προακτέοι. Ως μη προακτέοι κρίνονται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, βάσει πραγματικών στοιχείων. Οι υπάλληλοι που περιλαμβάνονται σε πίνακα μη προακτέων στερούνται του δικαιώματος για προαγωγή για τα επόμενα δύο (2) έτη.

 

Άρθρο 9

Έλεγχος νομιμότητας πινάκων προακτέων

1. Οι πίνακες προακτέων, που καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 8, υποβάλλονται για κύρωση μέσα σε δέκα (10) ημέρες στον οικείο Υπουργό ή στο αρμόδιο όργανο του οικείου ΟΤΑ ή στο ανώτατο όργανο διοίκησης του οικείου Ν.Π.Δ.Δ.. Το αρμόδιο όργανο εξετάζει μόνο τη νομιμότητα της διαδικασίας κατάρτισης των πινάκων και, εφόσον διαπιστώσει παράβαση των σχετικών διατάξεων, αναπέμπει τους πίνακες στο υπηρεσιακό συμβούλιο, το οποίο υποχρεούται να αποφασίσει εντός δέκα (10) ημερών.

2. Οι πίνακες που καταρτίζονται σύμφωνα με τα ανωτέρω είναι οριστικοί και ανακοινώνονται στις αρμόδιες υπηρεσίες.

 

Άρθρο 10

Προϋποθέσεις επιλογής σε θέσεις ευθύνης

1. Υπάλληλοι, οι οποίοι έχουν προαχθεί στο Βαθμό Α έχουν δικαίωμα επιλογής για θέσεις ευθύνης:

α) Οργανικής μονάδας επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης, εφόσον σωρευτικά:

αα) έχουν επιτύχει στην υλοποίηση της στοχοθεσίας, σε ποσοστό τουλάχιστον 90% κατά τα δύο (2) τελευταία έτη πριν από την επιλογή,

ββ) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης, 

γγ) ανήκουν στην κατηγορία προσωπικού ΠΕ. 

β) Οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης ή Τμήματος, εφόσον σωρευτικά:

αα) έχουν επιτύχει στην υλοποίηση της στοχοθεσίας, σε ποσοστό τουλάχιστον 90% κατά τα δύο (2) τελευταία έτη πριν από την επιλογή,

ββ) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου Τμήματος, εφόσον πρόκειται να επιλεγούν ως προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης και 

γγ) ανήκουν στις κατηγορίες προσωπικού ΠΕ ή ΤΕ.

2. Υπάλληλοι, οι οποίοι έχουν προαχθεί στο Βαθμό Β έχουν δικαίωμα επιλογής για θέσεις ευθύνης:

α) Οργανικής μονάδας επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης εφόσον, σωρευτικά:

αα) έχουν επιτύχει στην υλοποίηση της στοχοθεσίας, σε ποσοστό τουλάχιστον 90% κατά τα δύο (2) τελευταία έτη πριν από την επιλογή,

ββ) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου Τμήματος εφόσον πρόκειται να επιλεγούν ως προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης και Διεύθυνσης εφόσον πρόκειται να επιλεγούν ως προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης,

γγ) ανήκουν στην κατηγορία προσωπικού ΠΕ εφόσον πρόκειται να επιλεγούν ως προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και κατηγορίες προσωπικού ΠΕ ή ΤΕ εφόσον πρόκειται να επλεγούν ως προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης.

β) Οργανικής μονάδας Επιπέδου Τμήματος, εφόσον, σωρευτικά:

αα) έχουν επιτύχει στην υλοποίηση της στοχοθεσίας, σε ποσοστό τουλάχιστον 90% κατά τα δύο (2) τελευταία έτη πριν από την επιλογή και

ββ) ανήκουν στις κατηγορίες προσωπικού ΠΕ ή ΤΕ ή ΔΕ.

3. Υπάλληλοι, οι οποίοι έχουν προαχθεί στο Βαθμό Γ έχουν δικαίωμα επιλογής για θέσεις ευθύνης οργανικής μονάδας επιπέδου Τμήματος ή Διεύθυνσης εφόσον, σωρευτικά:

α) έχουν επιτύχει στην υλοποίηση της στοχοθεσίας, σε ποσοστό τουλάχιστον 90% κατά τα δύο (2) τελευταία έτη πριν από την επιλογή,

β) ανήκουν στις κατηγορίες προσωπικού ΠΕ ή ΤΕ ή ΔΕ εφόσον πρόκειται να επιλεγούν ως προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου Τμήματος και ΠΕ ή ΤΕ εφόσον πρόκειται να επιλεγούν ως προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης και

γ) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος εφόσον πρόκειται να επιλεγούν ως προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης.

4. Υπάλληλοι, οι οποίοι έχουν προαχθεί στο Βαθμό Δ’ έχουν δικαίωμα επιλογής για θέσεις ευθύνης οργανικής μονάδας επιπέδου Τμήματος εφόσον σωρευτικά:

α) έχουν επιτύχει στην υλοποίηση της στοχοθεσίας, σε ποσοστό τουλάχιστον 90% κατά τα δύο (2) τελευταία έτη πριν από την επιλογή,

β) ανήκουν στις κατηγορίες ΠΕ ή ΤΕ ή ΔΕ.

5. Υπάλληλοι, οι οποίοι επιλέγονται ως προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου Τμήματος και ανήκουν σε βαθμό κατώτερο του Βαθμού Γ’, με την τοποθέτησή τους κατατάσσονται στο Βαθμό Γ’. Υπάλληλοι, οι οποίοι επιλέγονται ως προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης και ανήκουν σε βαθμό κατώτερο του Βαθμού Β’, με την τοποθέτησή τους κατατάσσονται στο Βαθμό Β’. Υπάλληλοι, οι οποίοι επιλέγονται ως προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και ανήκουν σε βαθμό κατώτερο του Α ‘, με την τοποθέτησή τους κατατάσσονται στο Βαθμό Α’.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν υποψήφιοι με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως και 4 του παρόντος άρθρου, τότε μπορούν να είναι υποψήφιοι υπάλληλοι με τον αμέσως κατώτερο βαθμό κατά περίπτωση και εφόσον δεν υπάρχουν ούτε οι ανωτέρω, τότε υπάλληλοι με τον αμέσως μετά από αυτόν κατώτερο βαθμό.

6. Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για επιλογή σε θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, υπάλληλος που αποχωρεί αυτοδικαίως από την υπηρεσία και το διάστημα που υπολείπεται είναι μικρότερο των δύο (2) ετών κατά την πρώτη ημέρα συνεδρίασης του αρμοδίου προς τούτο συλλογικού οργάνου, το οποίο πρόκειται να αποφασίσει σχετικά.

7. Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για την επιλογή προϊσταμένου οποιουδήποτε επιπέδου οργανικής μονάδας, υπάλληλος στον οποίο έχει επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή για παράπτωμα από αυτά που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 109 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως εκάστοτε ισχύει. Το ως άνω κώλυμα δεν ισχύει σε περίπτωση διαγραφής των πειθαρχικών ποινών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 145 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως εκάστοτε ισχύει.

8. Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια επιλογής πρέπει να συντρέχουν κατά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων. Η ημερομηνία αυτή λαμβάνεται υπόψη και για τη μοριοδότηση των υποψηφίων, όπου απαιτείται. Το κώλυμα επιλογής της παραγράφου 6 δεν πρέπει να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο λήξης της προθεσμίας υποβολής της αίτησης υποψηφιότητας όσο και κατά την ημερομηνία τοποθέτησης από το αρμόδιο όργανο.

9. Με την προκήρυξη για την επιλογή προϊσταμένων, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, καθορίζονται οι κλάδοι ΓΙΕ, ΤΕ και ΔΕ, των οποίων οι υπάλληλοι κρίνονται για την κατάληψη θέσεων προϊσταμένων των κατά περίπτωση οργανικών μονάδων ανάλογα με την ειδικότητα του κλάδου και το αντικείμενο των συγκεκριμένων οργανικών μονάδων. Στις περιπτώσεις πλήρωσης θέσεων προϊσταμένων οργανικών μονάδων που δεν υπάγονται στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, οι κλάδοι καθορίζονται, μέχρι την έκδοση των υπουργικών αποφάσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, με τους οργανισμούς των οικείων υπηρεσιών. Μετά την έκδοση των αποφάσεων οι κλάδοι καθορίζονται με την προκήρυξη. Οργανικές μονάδες είναι η Γενική Διεύθυνση, η Διεύθυνση και το Τμήμα.

 

Άρθρο 11

Προκήρυξη για την επιλογή προϊσταμένων

1. Οι διατάξεις του άρθρου 86 του Υπαλληλικού Κώδικα που αφορούν στην έκδοση κοινής απόφασης προκήρυξης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού και προκειμένου για Ν.Π.Δ.Δ. του Υπουργού που το εποπτεύει, με την οποία προσδιορίζονται οι κενές θέσεις προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων και καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής στη διαδικασία της επιλογής, προκειμένου να επιλεγούν οι προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων, ισχύουν και για την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης, καθώς και Τμήματος διοικητικών και

οικονομικών υπηρεσιών και υπηρεσιών πληροφορικής.

2. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και των οικείων κατά περίπτωση Υπουργών, οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου μπορούν να επεκτείνονται και για την επιλογή των προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου τμήματος πέραν των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

 

Άρθρο 12

Σύστημα μισθολογικής εξέλιξης

1. Οι υπάλληλοι του άρθρου 4 λαμβάνουν το βασικό μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό τους.
Περαιτέρω, σε κάθε βαθμό θεσπίζονται μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) στα οποία ο υπάλληλος εξελίσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις της επόμενης παραγράφου.

2. Τα Μ.Κ. χορηγούνται ανά διετία, με εξαίρεση τα Μ.Κ. των Βαθμών Β’ και Α’, τα οποία χορηγούνται ανά τριετία. Η εξέλιξη των υπαλλήλων στα Μ.Κ. γίνεται αυτοδίκαια με την παρέλευση του ανωτέρω οριζόμενου χρόνου. Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση που, από τις εκθέσεις αξιολόγησής του, προκύπτει ότι ο υπάλληλος δεν έχει επιτύχει την υλοποίηση της προβλεπόμενης στοχοθεσίας σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%), για δύο συνεχή χρόνια, δεν εξελίσσεται μισθολογικά μέχρις ότου επιτύχει το ως άνω ελάχιστο ποσοστό.

3. Τα μισθολογικά κλιμάκια κάθε βαθμού, πέραν του βασικού μισθού που αντιστοιχεί σε αυτόν, είναι τα εξής:

α) Βαθμός Ε’: δύο (2) Μ.Κ. για τις κατηγορίες ΓΙΕ και ΤΕ, τρία (3) Μ.Κ. για την κατηγορία ΔΕ και πέντε (5) Μ.Κ. για την κατηγορία ΥΕ.

β) Βαθμός Δ’: τρία (3) Μ.Κ. για τις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ, τέσσερα (4) Μ.Κ. για την κατηγορία ΔΕ και έξι (6) Μ.Κ. για την κατηγορία ΥΕ.

γ) Βαθμός Γ’: τέσσερα (4) Μ.Κ. για τις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ και πέντε (5) Μ.Κ. για την κατηγορία ΔΕ.

δ) Τα μισθολογικά κλιμάκια του βαθμού Γ’ της ΥΕ κατηγορίας και των βαθμών Β’ και Α’ των λοιπών κατηγοριών καλύπτουν το σύνολο του εργασιακού βίου του υπαλλήλου, μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο αποχώρησή του από την υπηρεσία.

4. Με τη βαθμολογική προαγωγή ο υπάλληλος λαμβάνει το βασικό μισθό του νέου βαθμού ή του μικρότερου Μ.Κ. του βαθμού αυτού, ο οποίος είναι υψηλότερος από το βασικό μισθό που κατείχε πριν την προαγωγή του.

 

Άρθρο 13

Βασικός Μισθός

1. Ο εισαγωγικός μηνιαίος βασικός μισθός του Βαθμού ΣΤ’ της ΥΕ κατηγορίας προσωπικού ορίζεται σε επτακόσια ογδόντα (780) ευρώ.

2. Οι εισαγωγικοί μηνιαίοι βασικοί μισθοί των υπόλοιπων κατηγοριών προσωπικού προσδιορίζονται με βάση το μισθό της προηγούμενης παραγράφου, πολλαπλασιαζόμενο με τους παρακάτω συντελεστές, στρογγυλοποιούμενοι στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΒΑΘΜΟΣ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

ΔΕ

ΣΤ’

1,10

ΤΕ

ΣΤ’

1,33

ΠΕ

ΣΤ’

1,40

3. Οι βασικοί μισθοί των λοιπών βαθμών όλων των κατηγοριών διαμορφώνονται ως εξής:

Α. Του βαθμού Ε’ με προσαύξηση του βασικού μισθού του βαθμού ΣΤ’ σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).

Β. Του βαθμού Δ’ με προσαύξηση του βασικού μισθού του βαθμού Ε σε ποσοστό δέκα πέντε τοις εκατό (15%).

Γ. Του βαθμού Γ’ με προσαύξηση του βασικού μισθού του βαθμού Δ’ σε ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%).

Δ. Του βαθμού Β’ με προσαύξηση του βασικού μισθού του βαθμού Γ’ σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).

Ε. Του βαθμού Α’ με προσαύξηση του βασικού μισθού του βαθμού Β’ σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).

4. Οι βασικοί μισθοί των Μ.Κ. των Βαθμών διαμορφώνονται ως εξής:

α) Του πρώτου Μ.Κ. κάθε βαθμού και κατηγορίας με προσαύξηση του βασικού μισθού του βαθμού αυτού κατά δύο τοις εκατό (2%).

β) Του κάθε επόμενου Μ.Κ. με προσαύξηση του βασικού μισθού του προηγούμενου μισθολογικού κλιμακίου σε ποσοστό ίδιο με αυτό που ορίζεται στην προηγούμενη περίπτωση.

Οι βασικοί μισθοί που προκύπτουν από την εφαρμογή της παρούσας και της προηγούμενης παραγράφου στρογγυλοποιούνται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ.

 

Άρθρο 14

Ορισμός Αποδοχών

Οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου αποτελούνται από το βασικό μισθό και τα επιδόματα και τις παροχές των άρθρων 15, 17, 18, 19 και 30 του παρόντος νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής τους.

 

Άρθρο 15

Επιδόματα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και απομακρυσμένων και παραμεθόριων περιοχών

1. Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως. Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησής του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

2. Στους υπαλλήλους που υπηρετούν σε απομακρυσμένες παραμεθόριες και προβληματικές περιοχές, όπως αυτές καθορίζονται κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, χορηγείται επίδομα Απομακρυσμένων  Παραμεθόριων περιοχών, οριζόμενο σε εκατό (100) ευρώ μηνιαίως.

Το επίδομα αυτό καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι του προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στην Υπηρεσία της περιοχής που δικαιολογεί την καταβολή του. Επίσης καταβάλλεται και για όσο διάστημα οι υπάλληλοι τελούν σε θεσμοθετημένες άδειες (κανονικές, συνδικαλιστικές, ειδικές, εκπαιδευτικές μικρής διάρκειας έως δύο (2) μηνών, διευκόλυνσης υπαλλήλων με οικογενειακές υποχρεώσεις, μητρότητας και ανατροφής παιδιού), σε βραχυχρόνια αναρρωτική άδεια έως έξι (6) ημέρες κατ’ έτος, καθώς και αυτής που χορηγείται από δημόσια νοσοκομεία, κέντρα υγείας του Δημοσίου, πανεπιστημιακές κλινικές, νοσηλευτικούς σχηματισμούς του Ι.Κ.Α. και ιδιωτικές κλινικές, εφόσον έχει προηγηθεί νοσηλεία σε αυτές, η οποία αποδεικνύεται με σχετικό παραστατικό στοιχείο (εισαγωγή, εξιτήριο κ.λπ.).

Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων, για οποιονδήποτε λόγο (όπως ενδεικτικά, μετακίνηση, απόσπαση, μετάθεση, μετάταξη, διάθεση) από την περιοχή, η οποία δικαιολογεί τη χορήγησή του, διακόπτεται ισοχρόνως η καταβολή του με ευθύνη του οικείου Προϊσταμένου.

 

Άρθρο 16

Επιδόματα Εορτών και Αδείας

1. Το Επίδομα Εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους.

2. Το Επίδομα Εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα.

3. Το Επίδομα Αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30 Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους.

4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του.

5. Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους.

 

Άρθρο 17

Οικογενειακή παροχή

1. Για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής:

Για υπάλληλο με τέκνα ανήλικα ή ανίκανα σωματικά ή πνευματικά για άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, η παροχή ορίζεται σε πενήντα (50) ευρώ για ένα τέκνο, σε εβδομήντα (70) ευρώ συνολικά για δύο τέκνα, σε εκατόν είκοσι (120) ευρώ συνολικά για τρία τέκνα, σε εκατόν εβδομήντα (170) ευρώ συνολικά για τέσσερα τέκνα, και προσαυξάνεται κατά εβδομήντα (70) ευρώ ανά επιπλέον τέκνο.

Η κατά τα ανωτέρω παροχή χορηγείται για τέκνα προερχόμενα από γάμο, φυσικά, θετά ή αναγνωρισθέντα, εφόσον είναι άγαμα και δεν υπερβαίνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους ή το 19ο έτος, εφόσον φοιτούν στη Μέση Εκπαίδευση.

2. Ειδικά, για τέκνα που φοιτούν στην ανώτερη ή ανώτατη εκπαίδευση, καθώς και σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (I.E.Κ.), η παροχή δίδεται μόνο κατά το χρόνο φοίτησής τους, που προβλέπεται από τον οργανισμό κάθε Σχολής, σε καμιά περίπτωση πέρα από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους.

3. Για τη διακοπή της παροχής, λόγω συμπλήρωσης των ανωτέρω, κατά περίπτωση, ορίων, ως ημέρα γέννησης των παιδιών θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησής τους και, προκειμένου περί φοιτητών ή σπουδαστών, η λήξη του ακαδημαϊκού ή σπουδαστικού έτους.

 

Άρθρο 18

Επίδομα Θέσης Ευθύνης

1. Στους προϊσταμένους οργανικών μονάδων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οποιουδήποτε επιπέδου καταβάλλεται, για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντά της, μηνιαίο επίδομα θέσης ευθύνης οριζόμενο, κατά βαθμίδα θέσης, ως εξής:

α) Προϊστάμενοι Διοίκησης:

αα) Προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων Διοίκησης, εννιακόσια (900) ευρώ.

ββ) Προϊστάμενοι Διευθύνσεων Διοίκησης, τετρακόσια (400) ευρώ.

γγ) Προϊστάμενοι Υποδιευθύνσεων Διοίκησης τριακόσια (300) ευρώ.

δδ) Προϊστάμενοι Τμημάτων Διοίκησης διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

εε) Προϊστάμενοι Παιδικών Σταθμών, εκατό (100) ευρώ.

β) Προϊστάμενοι Εκπαίδευσης: 

αα) Περιφερειακοί Διευθυντές εννιακόσια (900) ευρώ. 

ββ) Προϊστάμενοι Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ.

γγ) Προϊστάμενοι Επιστημονικής και Παιδαγωγικής Καθοδήγησης των Περιφερειακών Διευθύνσεων Εκπαίδευσης, τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ.

δδ) Σχολικοί Σύμβουλοι προσχολικής αγωγής, δημοτικής εκπαίδευσης, ειδικής αγωγής και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τετρακόσια (400) ευρώ.

εε) Διευθυντές Ενιαίων Λυκείων, Επαγγελματικών Λυκείων, ΚΕ.Δ.Δ.Υ. και Ε.Ε.Ε.Ε.Κ., και προϊστάμενοι Γραφείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης τριακόσια (300) ευρώ και εφόσον τα σχολεία διαθέτουν τουλάχιστον έξι (6) τμήματα τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.

στστ) Διευθυντές Γυμνασίων, Επαγγελματικών Σχολών, Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας (ΣΔΕ), Δημοσίων ΙΕΚ, Τετραθέσιων και άνω Δημοτικών Σχολείων και Σχολικών Εργαστηριακών Κέντρων, διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Εφόσον τα σχολεία διαθέτουν τουλάχιστον εννέα (9) τμήματα τριακόσια (300) ευρώ.

ζζ) Υποδιευθυντές Σχολικών Μονάδων και Σχολικών Εργαστηριακών Κέντρων, Υπεύθυνοι Τομέων Σχολικών Εργαστηριακών Κέντρων, και Προϊστάμενοι Τμημάτων Εκπαιδευτικών Θεμάτων των Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, και Υπεύθυνοι Κέντρων Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, εκατόν πενήντα (150) ευρώ.

ηη) Προϊστάμενοι Μονοθέσιων, Διθέσιων και Τριθέσιων Δημοτικών Σχολείων και Νηπιαγωγείων εκατό (100) ευρώ.

(Οι λέξεις «Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α.,» του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, τέθηκαν όπως προστέθηκαν με την παράγραφο 2α του άρθρου 3 της από 16-12-2011 (ΦΕΚ Α’ 262) Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου και ισχύουν από τότε που ίσχυσε ο ν. 4024/2011, ήτοι 27-10-2011, σύμφωνα με την ίδια παράγραφο.

Στην περίπτωση α' της παραγράφου 1, μετά την υποπερίπτωση ββ', τέθηκε όπως προστέθηκε, από τότε που ίσχυσε ο ν. 4024/2011, ήτοι 27-10-2011, με την παράγραφο 2β του άρθρου 3 της από 16-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 262) νέα υποπερίπτωση γγ' και οι υφιστάμενες υποπεριπτώσεις γγ' και δδ' τέθηκαν όπως αναριθμήθηκαν σε δδ' και εε' αντίστοιχα.)

2. Το επίδομα της προηγούμενης παραγράφου καταβάλλεται και στην περίπτωση προσωρινής απουσίας του δικαιούχου από τα καθήκοντά του, για οποιαδήποτε αιτία, αλλά όχι πέραν των δύο (2) μηνών συνολικά κατ’ έτος.

3. Σε περίπτωση νόμιμης αναπλήρωσης των προϊσταμένων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, το επίδομα της αντίστοιχης βαθμίδας καταβάλλεται μετά την παρέλευση διμήνου στους αναπληρωτές των θέσεων αυτών. Ειδικότερα, στην περίπτωση κένωσης ή σύστασης θέσης προϊσταμένου οργανικής μονάδας καταβάλλεται το ως άνω επίδομα στο νόμιμο αναπληρωτή, από την έναρξη της αναπλήρωσης.

4. Επί συρροής αξιώσεων για λήψη του επιδόματος από δύο βαθμίδες καταβάλλεται μόνο το ποσό που αντιστοιχεί στην ανώτερη βαθμίδα.

 

Άρθρο 19

Κίνητρο Επίτευξης Στόχων και Κίνητρο Επίτευξης Δημοσιονομικών Στόχων

1. Στους υπαλλήλους, οι οποίοι υπηρετούν σε υπηρεσιακές μονάδες οι οποίες έχουν πετύχει πάνω από 80%, τους ποσοτικοποιημένους στόχους που έχουν τεθεί με βάση το σύστημα αξιολόγησης, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου, είναι δυνατή η καταβολή Κινήτρου Επίτευξης Στόχων (Κ.Ε.Σ.).

Το Κ.Ε.Σ. υπολογίζεται ανά υπουργείο ή φορέα και δεν μπορεί να υπερβαίνει το 3% του συνολικού μισθολογικού κόστους του, κατά το προηγούμενο έτος.

Το Κ.Ε.Σ. μπορεί να καταβάλλεται μία φορά κατ’ έτος, μετά από πιστοποιημένη, μέσω της έκθεσης αξιολόγησης, επίτευξη των στόχων κατά το προηγούμενο έτος.

Το Κ.Ε.Σ. που καταβάλλεται στους υπαλλήλους ισούται με ποσό μέχρι 50% ενός βασικού τους μισθού, εφόσον επέτυχαν τους στόχους σε ποσοστό μέχρι και 90% και με ποσό μέχρι 100% ενός βασικού τους μισθού, εφόσον επέτυχαν τους στόχους σε ποσοστό από 90% και πάνω.

Εάν η κατά το δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου εκτιμώμενη δαπάνη, υπερβαίνει το όριο του 3%, το Κ.Ε.Σ. καταβάλλεται στους υπαλλήλους των υπηρεσιακών μονάδων που προηγούνται στη σειρά αξιολόγησης με βάση το ποσοστό επίτευξης των στόχων, αφαιρώντας τις υπηρεσιακές μονάδες με τα χαμηλότερα ποσοστά.

Με τα προεδρικά διατάγματα, που προβλέπονται από τις διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου, ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που αφορούν στην αξιολόγηση της επίτευξης των στόχων από τις υπηρεσιακές μονάδες για την καταβολή του Κ.Ε.Σ., καθώς και τα ειδικότερα θέματα που αφορούν στη διαδικασία πιστοποίησης της επίτευξης και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

2. Στους υπαλλήλους των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ που υπηρετούν σε υπηρεσιακές μονάδες που έχουν ως κύρια αρμοδιότητά τους την επίτευξη δημοσιονομικών στόχων, την είσπραξη εσόδων του δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των ΟΚΑ, καθώς και τον προγραμματισμό και έλεγχο αντίστοιχων δαπανών καταβάλλεται, αντί του Κ.Ε.Σ., Κίνητρο Επίτευξης Δημοσιονομικών Στόχων. Το κίνητρο έχει τη μορφή ποσοστιαίας προσαύξησης του βασικού μισθού κατά το έτος που ακολουθεί εκείνο εντός του οποίου καταγράφηκε η επίτευξη των στόχων με βάση το κατά τα ανωτέρω σύστημα αξιολόγησης. Το Κίνητρο Επίτευξης Δημοσιονομικών Στόχων καταβάλλεται αντί του Κ.Ε.Σ. και στους υπαλλήλους ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ που υπηρετούν σε υπηρεσιακές μονάδες που έχουν ως κύρια αρμοδιότητα την επιθεώρηση ή τον έλεγχο υπηρεσιών και λειτουργιών της Δημόσιας Διοίκησης.

Στους υπαλλήλους των υπηρεσιών που επέτυχαν τους στόχους σε ποσοστό άνω του 90% καταβάλλεται προσαύξηση 15% του βασικού τους μισθού.

Το Κ.Ε.Δ.Σ. υπολογίζεται ανά υπουργείο ή φορέα και δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10% του συνολικού μισθολογικού κόστους του, κατά το προηγούμενο έτος.

Εάν η εκτιμώμενη δαπάνη υπερβαίνει το όριο του 10%, το Κ.Ε.Δ.Σ. καταβάλλεται στους υπαλλήλους των υπηρεσιακών μονάδων που προηγούνται στη σειρά αξιολόγησης με βάση το ποσοστό επίτευξης των στόχων, αφαιρώντας τις υπηρεσιακές μονάδες με τα χαμηλότερα ποσοστά.

Οι υπηρεσιακές μονάδες του προηγούμενου εδαφίου ορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου.

Η συνολική δαπάνη για την καταβολή του Κ.Ε.Δ.Σ. δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ποσό των εκατό εκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Εάν η εκτιμώμενη δαπάνη για την καταβολή του Κ.Ε.Δ.Σ. υπερβαίνει το ποσό του προηγούμενου εδαφίου, το Κ.Ε.Δ.Σ. καταβάλλεται μειωμένο αναλογικά κατά το ποσοστό της υπέρβασης.

 

Άρθρο 20

Υπερωριακή εργασία

1. Η καθιέρωση με αμοιβή εργασίας πέρα από τις ώρες της υποχρεωτικής απασχόλησης των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. επιτρέπεται μόνο για την αντιμετώπιση εποχικών, έκτακτων ή επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών.

Η υπερωριακή απασχόληση του προσωπικού εγκρίνεται με απόφαση του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού στην οποία αναφέρονται σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία που δικαιολογούν την ανωτέρω εργασία πέρα από το κανονικό ωράριο. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο αριθμός των υπαλλήλων, το χρονικό διάστημα και οι ώρες υπερωριακής απασχόλησής τους μέσα στα όρια των πιστώσεων του Προϋπολογισμού τους, μη επιτρεπομένης της επιβάρυνσης του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων. Οι κατά τα ως άνω ώρες απογευματινής υπερωριακής εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνουν τις είκοσι (20) ανά υπάλληλο μηνιαίως.

Με την ίδια διαδικασία και προϋποθέσεις επιτρέπεται η καθιέρωση υπερωριακής εργασίας με αμοιβή κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες ή κατά τις νυχτερινές ώρες, προς συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας είτε καθ’ υπέρβαση αυτής, σε υπαλλήλους που ανήκουν σε υπηρεσίες που λειτουργούν, βάσει νόμου, όλες τις ημέρες του μήνα ή σε δωδεκάωρη ή εικοσιτετράωρη βάση. Ειδικά, στην καθ’ υπέρβαση εργασία οι ώρες νυκτερινής, Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών δεν μπορεί να υπερβούν τις δεκαέξι (16) ώρες κατά περίπτωση το μήνα.

Δεν επιτρέπεται η καταβολή υπερωριακής αμοιβής στους προϊσταμένους Διεύθυνσης και Γενικής Διεύθυνσης.

Τα ανωτέρω ισχύουν με την επιφύλαξη της παραγράφου 10 του άρθρου 12 του ν. 2503/1997 (Α’ 107) και της παραγράφου 7 του άρθρου 25 του ν. 2738/1999 (Α’ 180) προκειμένου περί υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, αντίστοιχα.

Δαπάνες υπερωριακής, νυκτερινής και Κυριακών ή εξαιρέσιμων ημερών εργασίας, που πραγματοποιούνται το τελευταίο δίμηνο κάθε έτους, δύνανται να επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους, με την προϋπόθεση ότι είχαν προβλεφθεί οι σχετικές πιστώσεις στον προϋπολογισμό του οικονομικού έτους κατά το οποίο πραγματοποιήθηκαν και δεν κατέστη δυνατή η πληρωμή τους.

Αύξηση των συνολικών αρχικών πιστώσεων του προϋπολογισμού για υπερωριακή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες και νυκτερινές ώρες είναι δυνατή μόνο με απόφασή του Υπουργού Οικονομικών, μετά από αιτιολογημένη πρόταση του διατάκτη, με εξαίρεση τους Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού.

2. Η κατά τα ανωτέρω εκδιδόμενη απόφαση δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ πέραν του μηνός από την ημερομηνία δημοσίευσής τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και η προκύπτουσα σχετική δαπάνη δεν δύναται να υπερβαίνει κατά μήνα το ένα δωδέκατο (1/12) των εγγεγραμμένων πιστώσεων.

3. Η ωριαία αμοιβή των υπαλλήλων που απασχολούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω παραγράφων ορίζεται ως εξής:

α) Για υπερωριακή εργασία απογευματινών ωρών και μέχρι την 22η ώρα, ίση με το ωρομίσθιο.

β) Για νυκτερινή εργασία εργάσιμων ημερών που παρέχεται από την 22η ώρα μέχρι την 6η πρωινή, πέρα από την υποχρεωτική, ίση με το ωρομίσθιο αυξημένο κατά δεκαπέντε τοις εκατό (15%).

γ) Για εργασία ημερήσια ή νυκτερινή, που παρέχεται Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες πέραν της υποχρεωτικής:

αα) Από την 6η πρωινή μέχρι την 22η ώρα, ίση με το ωρομίσθιο αυξημένο κατά είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).

ββ) Από την 22η ώρα μέχρι την 6η πρωινή, ίση με το ωρομίσθιο αυξημένο κατά τριάντα τοις εκατό (30%).

δ) Για εργασία νυκτερινή εργάσιμων ημερών που παρέχεται για τη συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας, ίση με το σαράντα πέντε τοις εκατό (45%) του ωρομισθίου.

ε) Για εργασία νυκτερινή ή ημερήσια Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών, που παρέχεται για τη συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας, ίση με το εξήντα τοις εκατό (60%) του ωρομισθίου.

στ) Για το προσωπικό των Υπηρεσιών που λειτουργούν, βάσει νόμου, σε δωδεκάωρη ή εικοσιτετράωρη βάση ή όλες τις ημέρες του μήνα, η ωριαία αμοιβή των προηγούμενων περιπτώσεων β’, γ’, δ’ και ε’ προσαυξάνεται κατά δεκαπέντε τοις εκατό (15%).

4. Το ωρομίσθιο ορίζεται στο ένα διακοσιοστό ογδοηκοστό (1/280) του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου της κατηγορίας του κάθε υπαλλήλου. Το ίδιο ωρομίσθιο ισχύει και για υπαλλήλους αποσπασμένους σε υπηρεσίες του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. και Ο.Τ.Α., με βάση το μισθολογικό κλιμάκιο που αντιστοιχεί στα έτη υπηρεσίας τους, σε συνάρτηση και με τα τυπικά τους προσόντα.

5. Για το εκπαιδευτικό προσωπικό της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για την ανάθεση διδασκαλίας του μαθήματος της ειδικότητάς του, προαιρετικής ή υποχρεωτικής (επιμίσθιο), η ωριαία αμοιβή ορίζεται στο ποσό των δέκα (10) ευρώ.

6. Οι υπουργικές αποφάσεις που εκδίδονται για την καθιέρωση υπερωριακής απασχόλησης σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δεν εμπίπτουν στις ρυθμίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 22 του ν. 2362/1995 (Α’ 247).

7. Εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 17 του άρθρου 32 του ν. 3232/2004 (Α’ 48), καθώς και αυτών της παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 3833/2010 (Α’ 40).

Ομοίως εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 17 του άρθρου 32 του ν. 3232/2004 (Α’ 48) και της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 3205/2003(Α’ 297) με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου. Ο αριθμός των ωρών νυκτερινής, Κυριακών, πέραν του πενθημέρου και λοιπών εξαιρεσίμων ημερών εργασίας για το φυλακτικό προσωπικό και το προσωπικό καθαριότητας των μουσείων και αρχαιολογικών χώρων του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, καθώς και του προσωπικού των καταστημάτων κράτησης αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των τελωνειακών και φοροελεγκτικών υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών, καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού, κατ’ εξαίρεση των διατάξεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

(Η φράση «και των τελωνειακών και φοροελεγκτικών υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών,» της παραγράφου 7, τέθηκε όπως προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 της από 31-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 268) και ισχύει από την δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι 31-12-2011, σύμφωνα με το άρθρο 6 της ιδίας Πράξεως.)

 

Άρθρο 21

Αμοιβές συλλογικών οργάνων

1. Τα κάθε είδους μόνιμα ή προσωρινού χαρακτήρα συλλογικά όργανα (συμβούλια, επιτροπές, ομάδες εργασίας κ.λπ.) του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. και των Ο.Τ.Α., τα οποία προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ή συνιστώνται και συγκροτούνται με διοικητικές πράξεις λειτουργούν εντός του κανονικού ωραρίου εργασίας των οικείων Υπηρεσιών ή σε χρόνο που καλύπτεται από υπερωριακή απασχόληση και δεν καταβάλλεται καμία πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση στα μέλη τους. Κατ’ εξαίρεση στους ιδιώτες  μέλη των ανωτέρω συλλογικών οργάνων καθορίζεται αποζημίωση με απόφαση του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πενήντα (50) ευρώ ανά συνεδρίαση και μέχρι πενήντα (50) συνεδριάσεις ετησίως. Οι ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις δεν υπάγονται στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 22 του ν. 2362/1995 (Α’ 247).

2. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας του συλλογικού οργάνου για την οικονομία της χώρας ή την αποτελεσματικότερη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης και την καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη και προκειμένου περί Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. και Ο.Τ.Α., με βάση το μέγεθος, τη σπουδαιότητα και τα στοιχεία του προϋπολογισμού τους, επιτρέπεται η λειτουργία τους εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας και εκτός του χρόνου που καλύπτεται από υπερωριακή απασχόληση και μπορεί να καθορίζεται αποζημίωση κατά μήνα ή κατά συνεδρίαση με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού.

Η αποζημίωση αυτή δεν μπορεί να είναι κατά μήνα, μεγαλύτερη από τετρακόσια (400) ευρώ για τον πρόεδρο και τριακόσια (300) ευρώ για τα μέλη και τους γραμματείς. Στους εισηγητές που εκ του νόμου προβλέπεται η συμμετοχή τους, καταβάλλεται αποζημίωση ανά συνεδρίαση, η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ποσό των είκοσι (20) ευρώ και για μέχρι πενήντα (50) συνεδριάσεις το έτος.

Η ανωτέρω μηνιαία αποζημίωση καταβάλλεται με την προϋπόθεση συμμετοχής σε τέσσερις (4) τουλάχιστον συνεδριάσεις το μήνα. Σε περίπτωση συμμετοχής σε λιγότερες συνεδριάσεις η αποζημίωση περικόπτεται ανάλογα.

3. Σε ειδικές περιπτώσεις, μπορεί, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού, να καθορισθεί αποζημίωση ανά ώρα, έλεγχο ή αξιολογούμενο πρόγραμμα κ.λπ., ανάλογα με τις κατά περίπτωση προκύπτουσες ανάγκες. Το συνολικό μηνιαίο ποσό της ανωτέρω αποζημίωσης απαγορεύεται να υπερβαίνει το όριο της κατά μήνα αποζημίωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 2 για τα μέλη συλλογικών οργάνων.

4. Το σύνολο των πρόσθετων μηνιαίων αμοιβών ή απολαβών των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου από συμμετοχή σε μόνιμα ή προσωρινά συλλογικά όργανα των υπηρεσιών αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των συνολικών μηνιαίων αποδοχών της οργανικής τους θέσης, συμπεριλαμβανομένης και της αναλογίας των επιδομάτων εορτών και αδείας. Οι πάσης φύσεως αμοιβές υπολογίζονται κατά το μήνα πραγματοποίησης της αντίστοιχης εργασίας.

5. Ειδικά για τους εκπαιδευτικούς και το λοιπό προσωπικό που αποδεδειγμένα συμμετέχουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη των γενικών και ειδικών εξετάσεων ή άλλης διαδικασίας εισαγωγής στην Ανώτατη Εκπαίδευση και την έκδοση των αποτελεσμάτων επιλογής, καθώς και στις εξετάσεις ιδιωτικών, Γενικών και Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑ.Λ.) και Επαγγελματικών Σχολών (Ε.ΠΑΚ.) και στις αναβαθμολογήσεις γραπτών δοκιμίων μαθητών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης καθορίζεται αποζημίωση με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, μη τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 4.

6. Στις διατάξεις του άρθρου αυτού εμπίπτουν και οι αποζημιώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 17 του ν. 2190/1994 (Α’ 28).

 

Άρθρο 22

Επέκταση διατάξεων

1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου.

2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται ανάλογα οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α..

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, οι αποδοχές του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και κάθε αναγκαίο θέμα.

4. Οι αποφάσεις του παρόντος άρθρου εκδίδονται εντός διαστήματος ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και ισχύουν από την ημερομηνία αυτή.

5. Οι κάθε είδους αποδοχές και επιδόματα των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων Υπουργείων και Αποκεντρωμένων Διοικήσεων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης εξακολουθούν να καταβάλλονται οι αποδοχές στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου.

 

Άρθρο 23

Περικοπή αποδοχών

Σε όλες τις περιπτώσεις αποχής των υπαλλήλων από τα καθήκοντά τους, ο μήνας λογίζεται για είκοσι πέντε (25) ημέρες.

Τα ποσά από οποιαδήποτε περικοπή αποδοχών των υπαλλήλων, λειτουργών και ένστολων του Δημοσίου που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου αποδίδονται στους οικείους προϋπολογισμούς από τους οποίους εκταμιεύτηκαν.

Οι υπάλληλοι που αποσπώνται ή μετακινούνται από την Υπηρεσία τους σε άλλη Υπηρεσία του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. και Ο.Τ.Α. λαμβάνουν τις μηνιαίες αποδοχές του βαθμού και του μισθολογικού τους κλιμακίου. Σε κάθε περίπτωση από 1.1.2012 η καταβολή των αποδοχών των αποσπασμένων διενεργείται από την υπηρεσία στην οποία έχουν τοποθετηθεί με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, όπως του π.δ. 351/1991 (Α’ 121), όπως ισχύει και του π.δ. 63/2005 (Α’ 98).

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν τις ειδικότερες διατάξεις του άρθρου 60 του ν. 590/1977 ή άλλες αντίστοιχες διατάξεις για την ίδια κατηγορία νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

Άρθρο 24

Τρίμηνες αποδοχές - Αποδοχές εκπαιδευτικής άδειας

Για τον υπολογισμό των τρίμηνων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. λαμβάνονται υπόψη ο βασικός μισθός και η οικογενειακή παροχή.

 

Άρθρο 25

Αποδοχές υπαλλήλων που αποσπώνται ή μετακινούνται

Οι υπάλληλοι που αποσπώνται ή μετακινούνται από την Υπηρεσία τους σε άλλη Υπηρεσία του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. και Ο.Τ.Α. λαμβάνουν τις μηνιαίες αποδοχές του βαθμού και του μισθολογικού τους κλιμακίου. Σε κάθε περίπτωση από 1.1.2012 η καταβολή των αποδοχών των αποσπασμένων διενεργείται από την υπηρεσία στην οποία έχουν τοποθετηθεί με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, όπως του π.δ. 351/1991 (Α’ 121), όπως ισχύει και του π.δ. 63/2005 (Α’ 98).

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν τις ειδικότερες διατάξεις του άρθρου 60 του ν. 590/1977 ή άλλες αντίστοιχες διατάξεις για την ίδια κατηγορία νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και τις διατάξεις του ν.3691/2008 (Α’ 166), όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις του ν. 3932/2011 (A’ 49) για την «Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης». Οι υπάλληλοι που αποσπώνται ή μετακινούνται από την υπηρεσία τους στις υπηρεσίες, την αρχή και τα νομικά πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου, συνεχίζουν να λαμβάνουν τις αποδοχές τους από την υπηρεσία από την οποία έχουν αποσπαστεί ή έχουν μετακινηθεί.

(Η φράση ", καθώς και τις διατάξεις του ν.3691/2008 (Α’ 166), όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις του ν. 3932/2011 (A’ 49) για την «Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης».", καθώς και το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 25, τέθηκαν όπως προστέθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 της από 31-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 268) και ισχύουν από την δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι 31-12-2011, σύμφωνα με το άρθρο 6 της ιδίας Πράξεως.)

 

Άρθρο 26

Συγκρότηση συλλογικών οργάνων της διοίκησης

Στις περιπτώσεις που, για τη νόμιμη συγκρότηση των συλλογικών οργάνων της διοίκησης για τη διεξαγωγή δημόσιων διαγωνισμών ή την ανάθεση ή την αξιολόγηση, παρακολούθηση, παραλαβή προμηθειών, υπηρεσιών ή έργων, δεν προβλέπεται η συμμετοχή μέλους μετά από υπόδειξη από το αρμόδιο προς τούτο όργανο ούτε η συμμετοχή εκ της θέσεως ή ιδιότητάς του (ex officio), τότε τα μέλη προκύπτουν μετά από διαδικασία κληρώσεως, μεταξύ όλων όσων πληρούν τις προϋποθέσεις από το νόμο να συμμετέχουν στο εν λόγω συλλογικό όργανο. Η κλήρωση διενεργείται από την αρμόδια για την συγκρότηση του συλλογικού οργάνου υπηρεσία. Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης μπορεί να ρυθμίζονται τυχόν άλλα ειδικότερα θέματα που αφορούν στη διενέργεια της διαδικασίας κληρώσεως.

 

Άρθρο 27

1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 (Α’ 40), μετά τη λέξη απολαβές προστίθεται η φράση «ή σύνταξη».

2. Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 (Α’ 152), εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους λειτουργούς και υπαλλήλους που δεν εμπίπτουν ρητά στις διατάξεις του.

3. Το τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3833/2010 (Α’ 40), όπως προστέθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 49 του ν. 3871/2010 (Α’ 141), αντικαθίστανται ως εξής:

«Ειδικά για έκτακτες υπηρεσιακές ανάγκες και, εφόσον το υφιστάμενο προσωπικό, που ασκεί τα συγκεκριμένα υπηρεσιακά καθήκοντα, δεν επαρκεί, επιτρέπεται η υπέρβαση των εξήντα (60) ημερών, που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού. Στην απόφαση αυτή προσδιορίζονται οι ειδικότητες και τα συγκεκριμένα υπηρεσιακά καθήκοντα στα οποία αφορά η υπέρβαση, καθώς και ο αριθμός ημερών αυτής, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τις σαράντα (40) ημέρες.»

 

Άρθρο 28

Μεταβατικές και Τελικές Διατάξεις του Δεύτερου Κεφαλαίου.

Κατάταξη και προϋποθέσεις και κριτήρια επιλογής του υπηρετούντος προσωπικού

1. Οι υπάλληλοι, που υπηρετούν κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, κατατάσσονται αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας που υπηρετούν, με βάση τον συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 98 του Υ.Κ., και το χρόνο προϋπηρεσίας στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα που έχει αναγνωριστεί για τη βαθμολογική ή τη μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη του υπαλλήλου, ως εξής: 

α) οι υπάλληλοι των κατηγοριών ΠΕ και ΤΕ: 

αα) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι τρία (3) έτη, στο Βαθμό ΣΤ’,

ββ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι εννέα (9) έτη, στο Βαθμό Ε’,

γγ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι δεκαπέντε (15), στο Βαθμό Δ’,

δδ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι είκοσι ένα (21) έτη για την ΠΕ κατηγορία και είκοσι τρία (23) έτη για την ΤΕ κατηγορία, στο Βαθμό Γ’, 

εε) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας περισσότερο από είκοσι ένα (21) έτη για την ΠΕ κατηγορία και είκοσι τρία (23) έτη για την ΤΕ κατηγορία, στο Βαθμό Β’. 

β) οι υπάλληλοι της κατηγορίας ΔΕ: 

αα) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι τρία (3) έτη, στο Βαθμό ΣΤ’,

ββ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι έντεκα (11) έτη, στο Βαθμό Ε’,

γγ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι δέκα εννέα (19), στο Βαθμό Δ’,

δδ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι είκοσι επτά (27) έτη, στο Βαθμό Γ’,

εε) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας περισσότερο από είκοσι επτά (27) έτη, στο Βαθμό Β’.

γ) οι υπάλληλοι της κατηγορίας ΥΕ: 

αα) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι τρία (3) έτη, στο Βαθμό ΣΤ’,

ββ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι δέκα πέντε (15) έτη, στο Βαθμό Ε’,

γγ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι είκοσι πέντε (25) έτη, στο Βαθμό Δ’,

δδ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας περισσότερο από είκοσι πέντε (25) έτη, στο Βαθμό Γ’.

Για την κατάταξη των υπαλλήλων, που κατέχουν διδακτορικό δίπλωμα κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, καθώς και για τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, αφαιρούνται από τον απαιτούμενο χρόνο για την τελική κατάταξη έξι (6) έτη. Για τους κατόχους αναγνωρισμένου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο εδάφιο δεύτερο της παραγράφου 4 του άρθρου 6, αφαιρούνται δύο (2) έτη.

Οι υπάλληλοι που κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης, Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης και Διεύθυνσης πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατόπιν επιλογής από το αρμόδιο όργανο και έχουν τον απαιτούμενο χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 7 του παρόντος, κατατάσσονται στο Βαθμό Α’.

2. Για την ως άνω κατάταξη, δεν υπολογίζεται:

- ο χρόνος της διαθεσιμότητας,

- ο χρόνος της αργίας που επήλθε είτε εξαιτίας ποινικής δίωξης που κατέληξε σε οποιαδήποτε καταδίκη είτε εξαιτίας πειθαρχικής δίωξης που κατέληξε σε πειθαρχική ποινή τουλάχιστον προστίμου αποδοχών τριών (3) μηνών,

- ο χρόνος της αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντα,

- ο χρόνος της προσωρινής παύσης,

- ο χρόνος της άδειας άνευ αποδοχών που δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας,

- ο χρόνος της αναστολής άσκησης καθηκόντων,

- το χρονικό διάστημα κατά το οποίο στερήθηκε ο υπάλληλος το δικαίωμα για προαγωγή,

- χρονικό διάστημα ίσο προς το μισό του απαιτούμενου προς προαγωγή χρόνου, σε περίπτωση επιβολής της πειθαρχικής ποινής του υποβιβασμού.

3. Για την κατάταξη, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, στο συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας δεν υπολογίζεται το μισό του πέραν της δεκαετίας χρόνου, που διανύθηκε με τυπικό προσόν κατώτερης κατηγορίας, με την επιφύλαξη ότι ο υπολογισμός αυτός δεν έχει ως συνέπεια την κατάταξη του υπαλλήλου σε βαθμό χαμηλότερο από αυτόν που θα κατατάσσονταν εάν παρέμενε σε χαμηλότερη κατηγορία.

4. Υπάλληλοι, οι οποίοι υπηρετούν σε κατηγορία ανώτερη των τυπικών προσόντων που κατέχουν, κατατάσσονται στους βαθμούς της κατηγορίας που ανήκουν, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, με προσθήκη πλασματικού χρόνου για την τελική κατάταξή τους, τρία (3) έτη.

5. Οι υπάλληλοι που υπηρετούν σε θέσεις προϊσταμένων οργανικών μονάδων οποιουδήποτε επιπέδου, ανεξαρτήτως του βαθμού στον οποίο κατατάσσονται με βάση τα προαναφερόμενα, συνεχίζουν να ασκούν τα καθήκοντά τους, μέχρι την επιλογή νέων προϊσταμένων με βάση τις ισχύουσες διατάξεις. Όπου για τη συμμετοχή σε συλλογικό όργανο ή την κατάληψη θέσης απαιτείται ως τυπική προϋπόθεση η κατοχή συγκεκριμένου βαθμού, οι υπάλληλοι συνεχίζουν να ασκούν τα καθήκοντά τους, ανεξαρτήτως του βαθμού που κατατάσσονται, μέχρι τη λήξη της θητείας τους.

6. Μέχρι την θέση σε πλήρη εφαρμογή του προβλεπόμενου στο άρθρο 7 του παρόντος συστήματος αξιολόγησης, οι κρίσεις για προαγωγή των υπαλλήλων, καθώς και για μονιμοποίηση των δόκιμων υπαλλήλων, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου γίνονται από τα αρμόδια όργανα σύμφωνα με τη διαδικασία, τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις οικείες κατά περίπτωση διατάξεις, που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Για τις ως άνω προαγωγές ή μονιμοποιήσεις εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 6 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου ποσοστώσεις.

7. Μέχρι τη θέση σε πλήρη εφαρμογή του προβλεπόμενου στο άρθρο 7 του παρόντος νόμου συστήματος αξιολόγησης, ισχύουν οι προϋποθέσεις επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 10 του παρόντος νόμου με εξαίρεση τις προϋποθέσεις που αφορούν στην υλοποίηση της στοχοθεσίας σύμφωνα με το σύστημα αξιολόγησης.

Οι υπάλληλοι που, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου, πληρούσαν τις προϋποθέσεις επιλογής σε θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 84 του ν. 3528/2007, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τις διατάξεις του άρθρου 10 του παρόντος, διατηρούν το δικαίωμα υποβολής υποψηφιότητας για την πλήρωση των θέσεων αυτών, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ανεξάρτητα από το βαθμό στον οποίο κατατάσσονται με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση που επιλεγούν ως προϊστάμενοι οργανικών μονάδων κατατάσσονται ως εξής: 

α) στο βαθμό Γ’ εφόσον επιλεγούν για την πλήρωση θέσης προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου Τμήματος, 

β) στο βαθμό Β’, εφόσον επιλεγούν για την πλήρωση θέσης προϊσταμένου Διεύθυνσης και 

γ) στο βαθμό Α’, εφόσον επιλεγούν για την πλήρωση θέσης προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης.

 

Άρθρο 29

Κατάταξη σε Μισθολογικά Κλιμάκια του Υπηρετούντος Προσωπικού

1. Οι υπάλληλοι που εντάσσονται στους νέους βαθμούς, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, λαμβάνουν το βασικό μισθό του βαθμού αυτού, ενώ όσοι εξ αυτών έχουν πλεονάζοντα χρόνο στον ίδιο βαθμό εξελίσσονται στα μισθολογικά κλιμάκια του βαθμού αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του παρόντος. Μετά την ανωτέρω μισθολογική ένταξη, η μισθολογική εξέλιξη πραγματοποιείται σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, χωρίς να προσμετράται τυχόν πλεονάζων χρόνος.

2. Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής:

α) Εφόσον η μηνιαία αύξηση είναι μέχρι του ποσού των πενήντα (50) ευρώ, αυτή καταβάλλεται άμεσα με την έναρξη εφαρμογής του νέου μισθολογίου.

β) Εφόσον η αύξηση είναι μεγαλύτερη των πενήντα (50) ευρώ και μέχρι του ποσού των εκατό (100) ευρώ, η αύξηση καταβάλλεται ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο ετών.

γ) Εφόσον η αύξηση είναι μεγαλύτερη των εκατό (100) ευρώ, καταβάλλεται ισόποσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών.

Εφόσον προκύπτει μείωση η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:

α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, 

β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου.

(Η φράση ", χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης," της παραγράφου 2, τέθηκε όπως προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 3 της από 16-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 262) και ισχύει από τότε που ίσχυσε ο ν. 4024/2011, ήτοι 27-10-2011, σύμφωνα με την ίδια παράγραφο.)

3. Η καταβολή αποδοχών σε υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του παρόντος Κεφαλαίου με βάση διατάξεις άλλων κατηγοριών υπαλλήλων του Δημοσίου, στις οποίες δεν ανήκουν οργανικά, δεν επιτρέπεται.

4. Τα θέματα του Κεφαλαίου αυτού δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων.

 

Άρθρο 30

Λοιπές Παροχές, Επιδόματα, Αμοιβές και Αποζημιώσεις

1. Πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος Κεφαλαίου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, μέχρι την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπεται με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού. Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις δεν περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του ν. 2606/1998 (Α’ 89), των άρθρων 34 και 34α του ν. 2682/1999 (Α’ 16), της παραγράφου 22 του άρθρου 9 του ν. 2266/1994 (Α’ 218) και της παραγράφου 4 του άρθρου 72 του ν. 3528/2007 (Α’ 26), καθώς και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και το ειδικό επιμίσθιο που καταβάλλεται στους ανωτέρω υπαλλήλους για την εκτέλεση υπηρεσίας στο εξωτερικό.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών μπορεί να προβλέπεται, προκειμένου για υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου και είναι παραπληγικοί, τετραπληγικοί, τυφλοί ή έχουν βαριά κινητική αναπηρία, εφόσον μετακινούνται εκτός έδρας για υπηρεσιακούς λόγους, η καταβολή εξόδων μετακίνησης και διαμονής σε συνοδό της επιλογής του υπαλλήλου. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι προϋποθέσεις και κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου.

2. Μέχρι την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου, το επίδομα Απομακρυσμένων Παραμεθόριων περιοχών χορηγείται στους υπαλλήλους που υπηρετούν στις απομακρυσμένες  παραμεθόριες περιοχές, καθώς και στις προβληματικές περιοχές κατηγορίας Α’, όπως αυτές έχουν καθορισθεί σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου.

 

Άρθρο 31

1. α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α’ του ν.3429/2005 (Α’ 314) όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α’ 212), με εξαίρεση τα Ν.Π.Ι.Δ. του ν. 3864/2010 (Α’ 119) και της παραγράφου 1 του άρθρου 1  του ν. 3986/2011 (Α’ 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. Το καλλιτεχνικό προσωπικό των φορέων της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 34 του παρόντος νόμου δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

β) Το ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβής προσωπικού εφαρμόζεται και στις δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β’ του ν. 3429/2005, καθώς και στις θυγατρικές τους, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

αα) Η πλειοψηφία του Διοικητικού Συμβουλίου έχει διοριστεί ή εκλεχθεί από το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (Α’ 314), ενεργούντων ως μετόχων, μόνα ή από κοινού,

Η παράγραφος που αντικαταστάθηκε είχε ως εξής:

(αα) το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 διορίζουν ως μέτοχοι μόνα ή από κοινού την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου,) 

ββ) το Δημόσιο είναι πλειοψηφών μέτοχος και 

γγ) η διοίκηση της επιχείρησης δεν ασκείται από τον μέτοχο της μειοψηφίας.

(Στο πρώτο εδάφιο της υποπαραγράφου 1α του άρθρου 31, οι λέξεις «και του άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α' 152)» τέθηκαν όπως αντικαταστάθηκαν, από τότε που ίσχυσε ο ν. 4024/2011, ήτοι 27-10-2011, με τις λέξεις «και της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3986/2011.» με την παράγραφο 4α του άρθρου 3 της από 16-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 262).

Η περίπτωση αα' της παραγράφου 1β του άρθρου 31, τέθηκε όπως αντικαταστάθηκε, από τότε που ίσχυσε ο ν. 4024/2011, ήτοι 27-10-2011, με την παράγραφο 4β του άρθρου 3 της από 16-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου(ΦΕΚ Α’ 262).)

2. Για το ανώτατο όριο αποδοχών και πρόσθετων παροχών του διοικητή ή διευθύνοντος συμβούλου των φορέων της προηγούμενης παραγράφου, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 (Α’ 40).

3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο.

Για τα διευθυντικά στελέχη των ως άνω φορέων που εργάζονται σε θέσεις ευθύνης, αντίστοιχες των θέσεων Τμηματάρχη, Διευθυντή και Γενικού Διευθυντή του παρόντος Κεφαλαίου, το ανώτατο όριο μηνιαίων τακτικών αποδοχών ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους κατέχοντες θέση Τμηματάρχη, Διευθυντή ή Γενικού Διευθυντή στο Δημόσιο.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου καθ’ ύλην Υπουργού μπορεί να εξαιρούνται κλάδοι ή ειδικότητες των φορέων της υποπαραγράφου 1α από τα ανώτατα όρια μηνιαίων τακτικών αποδοχών που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσης παραγράφου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, δεν υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται στην επόμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου.

(Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3, τέθηκε όπως προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 1 της από 31-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομέν&om